Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2008

Ενα απλό ήσυχο τέλος, και ένας απλός τάφος

..................
είχε πέσει στη ράχη, δύο αναμμένα καντηλέρια τον φώτιζαν- το πρόσωπό του άσπρο σαν χαρτί, κοίταζε τον ουρανό-άφηνε τα χέρια του στον Μ. και την Τ. που του τα σκέπαζαν με φιλιά.
Ηταν νεκρός.
Η νύχτα ήταν χωρίς άστρα και κατασκότεινη. Χωρίς άλλο μέσα στη σκοτεινιά, ένας τεράστιος Αγγελος στεκόταν όρθιος με τα φτερά ανοιγμένα, περιμένοντας την ψυχή........

.....................
Στο νεκροταφείο Περ- Λασέζ, κοντά στους τάφους των φτωχών, μακρυά από το κομψό διαμέρισμα της νεκρούπολης αυτής, απ'όλους τους φανταχτερούς τάφους που επιδείχνουν μπροστά στην αιωνιότητα τους απαίσιους νεωτερισμούς του θανάτου, σε μιά γωνιά έρημη, κοντά στο παλιό περιτείχισμα κάτω από μιά μεγάλη ιτιά σκεπασμένη με κισσό, μέσα στα μούσκλα και την αγριάδα, υπάρχει μιά πλάκα.
Η πλάκα αυτή είναι όπως και οι άλλες σκεπασμένη από τη λέπρα του χρόνου, από μύκητες, από λειχήνες κι από ακαθαρσίες πουλιών. Η βροχή την πρασίνισε, ο αέρας τη μαύρισε.Κοντά της δεν περνά κανένα μονοπάτι κι οι άνθρωποι δεν αγαπούν να πάνε απ'αυτό το μέρος, γιατί η χλόη είναι ψηλή και τα πόδια βρέχονται αμέσως.
Οταν είναι λίγος ήλιος έρχονται εδώ οι σαύρες. ολόγυρα τ'αγριόχορτα ψιθυρίζουν-την άνοιξη τ'αηδόνια έρχονται και κελαηδούν στα δέντρα.

Η πλάκα αυτή είναι γυμνή. Την πελέκησαν τόσο μόνο, όσο χρειαζόταν για να φάινεται ταφόπετρα, την έκαμαν μακρυά και στενή, όσο χρειαζόταν για να σκεπάσει έναν άνθρωπο.
απάνω της δεν διαβάζεις κανένα όνομα.
Μόνο είναι πολλά χρόνια τώρα, που κάποιο χέρι έγραψε με μολύβι, απάνω της τους τέσσερις αυτούς στίχους, που σιγά σιγά από τη βροχή και τη σκόνη έγιναν δυσκολοδιάβαστοι και τώρα βέβαια, θ'άχουν σβήσει ολότελα:

Κοιμάται. Κι αν η τύχη παράξενη του εστάθη,
όμως ζούσε. Απέθανε ως ο αγγελός του εχάθη-
το πράγμα ετούτο φυσικά κι απλούστατα συνέβη,
καθώς η μέρα που περνά κι ο ήλιος βασιλεύει....

όπως και πριν πολλά χρόνια που είχα τελειώσει το βιβλίο ετούτο, έτσι και τώρα με δάκρυα στα μάτια σας μεταφέρω το απλό και πανανθρώπινο τέλος ενός Αγιου και πονεμένου Ανθρώπου

4 σχόλια:

panagiota είπε...

Πάντα ένας άγγελος θα γίνει οδηγός μας στο στερνό ταξίδι.Αρκεί να πιάσουμε το απλωμένο χέρι του χωρίς φόβο για την άλλη"χώρα".
Ολοι θα κοιμηθούμε κάποτε,ας κοιμηθούμε ήσυχα χωρίς εφιάλτες.
Κανείς δεν θα θυμάται το όνομα μας στην πλάκα.Τα έργα μας όμως κανείς δεν θα τα ξεχάσει.Είτε τα ανίερα είτε τα της αγάπης!
Βαθύ και ανθρώπινο το απόσπασμα Σάκη.Κατάφερε να με οδηγήσει σε"άλλες" σκέψεις.Μόνο που δεν αναφέρεις από πιο βιβλίο είναι.
Καλό απόγευμα να έχεις!

ΩΣΗΕ είπε...

Πολύ όμορφο, ιδιαίτερη γλώσσα, πολύ γεμάτο...
Όμως έχει δίκιο η Παναγιώτα. Δε μας λες από που είναι το απόσπασμα. Καλησπέρα

Faraona είπε...

''Η νύχτα ήταν χωρίς άστρα και κατασκότεινη. Χωρίς άλλο μέσα στη σκοτεινιά, ένας τεράστιος Αγγελος στεκόταν όρθιος με τα φτερά ανοιγμένα, περιμένοντας την ψυχή........''
Saki πες μας το βιβλιο!

Sakis είπε...

Καλοί μου φίλοι όπως καταλάβατε επίτηδες δεν το ανέφερα εκ πρώτοις το βιβλίο. εξ άλλου είναι τόσο γνωστό σε όλους! είναι σα να μιλάμε για το Ευαγγέλιο της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
να σας το θυμίσω λοιπόν ¨-)

Προκειται για το εξιλεωτικό τέλος του πονεμένου και κατατρεγμένου Γιάννη Αγιάννη από τους Αθλίους του Β.Ουγκώ.
Μ. βέβαια ο Μάριος ο σύζυγος της κόρης του Τ. Τιτίκας, οι δύο μόναδικοί του άνθρωποι που ευτύχισε να έχει πλάι του στο τελευταίο βήμα ετούτης της ζωής.

Χαίρομαι που σας άγγιξε και εσάς.

Η έκδοση του δίτομου έργου είναι πολύ παλιά , από αυτές με εικονογραφηση με γκραβούρες μέσα ,με πολυτονικό σύστημα γραφής και με σκληρή δερματόδεση, και χρυσά γράμματα. (Μετάφραση κάποιου Αυγέρη).