Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Νοεμβρίου 07, 2008

Η λύτρωση

Καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού δίπλα στο παράθυρο. Απορροφημένος από μια σκέψη που με βασάνιζε χρόνια τώρα. Κοίταζα έξω κι έβλεπα να φυσά μανιασμένος αέρας που δεν άφηνε δέντρα και λουλούδια στην ησυχία τους. Ερχόταν θύελλα. Ασυναίσθητα σηκώθηκα και προχώρησα προς το παλιό μικρό τραπεζάκι. Πάνω του βρισκόταν μια λάμπα πετρελαίου. Την άναψα και στο παιχνίδισμά της διέκρινα λίγη χαρά. Μια παράλογη σκέψη πέρασε απ΄ το μυαλό μου. Μια σκέψη που ήλπιζα ότι θα με απάλλασσε από τη μιζέρια και τη φτώχεια που με βασάνιζε. Σκέφτηκα να δώσω τέλος στη ζωή μου. Αποφασισμένος γύρισα προς το κρεβάτι και πήρα το σακάκι μου. Διέκρινα από το παράθυρο τη βροχή που χτυπούσε με μανία τα τζάμια. Κοίταξα το ρολόι μου, η ώρα ήταν έντεκα και είκοσι. Φόρεσα το σακάκι μου, σήκωσα τον γιακά και με γρήγορο βήμα προχώρησα στην πόρτα. Ανοίγοντάς την, έκανα ένα βήμα πίσω και σταγόνες βροχής έπεσαν στο πρόσωπό μου. Ο αέρας δεν με άφηνε να βγω έξω. Με μια γρήγορη κίνηση προχώρησα κλείνοντας την πόρτα πίσω μου και βγήκα στη βροχή. Με γοργά βήματα άφησα πίσω μου την αυλή του σπιτιού και πήρα το πεζοδρόμιο δεξιά. Βγήκα σε έναν μεγάλο δρόμο στολισμένο δεξιά και αριστερά με τα κακόφημα καμπαρέ των Αθηνών. Η έμμονη σκέψη της αυτοκτονίας είχε φωλιάσει μέσα μου. Προχωρούσα κοιτάζοντας δίπλα μου βιτρίνες και μέσα σ΄ αυτές φωτογραφίες ημίγυμνων, χαμογελαστών, γυναικών. Στα αυτιά μου έρχονταν ήχοι πολλών οργάνων που έβγαιναν απ’ το βάθος των μαγαζιών. Σταμάτησα σε μία απ’ τις βιτρίνες χαζεύοντας μια από τις πολλές καλλονές που μου χαμογελούσε μέσα από μία φωτογραφία. Ίσως και να ήθελε κάτι να μου πει.

Δίχως να καταλάβω τίποτα βρέθηκε δίπλα μου μια κυρία η οποία τρικλίζοντας έπεσε πάνω μου. Ξαφνιάστηκα, την συγκράτησα για να μη πέσει. Με φωνή τρεμάμενη από το κρύο και τη ζάλη του ποτού μου είπε

- «….με συγχωρείτε»

Έβγαλε από την τσάντα της ένα κλειδί αυτοκινήτου και μου έδειξε ένα μαύρο, επιβλητικής μάρκας, αυτοκίνητο που βρισκόταν παρκαρισμένο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Κατάλαβα πως ήθελε να την πάω στο αμάξι της. Με έπιασε από το μπράτσο, αφήνοντας όλο το βάρος της να πέσει πάνω μου. Με όλες τις δυνάμεις μου την πήγα δίπλα στο αμάξι και ανοίγοντας την πόρτα του οδηγού την έβαλα να καθίσει ενώ το χέρι της κρατούσε σφιχτά το σακάκι μου για να μην φύγω. Με μερικές κινήσεις μεταφέρθηκε στο κάθισμα του συνοδηγού καθώς εγώ την κοιτούσα απορημένος. Με ένα νεύμα με κάλεσε να καθίσω στη θέση του οδηγού. Μπήκα και έκλεισα την πόρτα του αυτοκινήτου. Γύρισα το βλέμμα μου και την είδα να μου απλώνει το αριστερό της χέρι. Ανάμεσα στα δάχτυλά της διέκρινα ένα λευκό κομμάτι χαρτί. Το πήρα και γυρίζοντας προς το φως, διάβασα «Αντωνίου Στέλλα, Λόρδου Βύρωνος 10».

Πάγωσα. Η εμμονή της αυτοκτονίας με εγκατέλειψε. Για αυτήν την, έστω, μοναδική στιγμή, η ύπαρξη μου είχε ένα νόημα.

Κοίταξα μπροστά τον δρόμο και σκέφτηκα ότι, δεν γινόταν να δώσω τέλος στη ζωή μου. Αυτή η γυναίκα με χρειαζόταν.






Ένα μικρό αφήγημα του πατέρα μου, το οποίο έγραψε πριν 35 χρόνια. Τα ονόματα είναι τυχαία.

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

Η ΕΣΧΑΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ!!!

Ο Ντβαρ Εβ συγκόλλησε τελετουργικά με χρυσάφι την τελική σύνδεση. Τα μάτια μιάς ντουζίνας από κάμερες τηλεοράσεως τον παρατηρούσαν κι ο υποαιθέρας μετέδιδε στο Σύμπαν μιά ντουζίνα εικόνες αυτού που έκανε.
Μετά ορθώθηκε κι έκανε μιά καταφατική κίνηση του κεφαλιού στον Ντβαρ Ρειν. Επειτα προχώρησε και πήγε και στάθηκε πλάι στον διακόπτη. όταν τον ανέβαζε θα συμπλήρωνε την επαφή. Και τότε αυτός ο διακόπτης θα συνέδεε, μονομιάς όλες τις τερατώδεις υπολογιστικές μηχανές, όλων των κατοικημένων πλανητών του Σύμπαντος-ενενήντα έξι δισεκατομμύρια πλανήτες- σ'ένα υπερκύκλωμα. θα τους συνέδεε όλους σ'έναν υπερυπολογιστή, μιά μηχανή κυβερνητικής που θα συνδύαζε τη γνώση απ'όλους τους γαλαξίες.
Ο Ντβαρ Ρειν μίλησε σύντομα στα τρισεκατομμύρια που τον έβλεπαν και τον άκουγαν. Επειτα σώπασε για μιά στιγμή και τελικά είπε
-Τώρα Ντβαρ Εβ!

Ο Ντβαρ Εβ ανέβασε τον διακόπτη. Ακούστηκε ένας δυνατός βόμβος. Ηταν η ροή η δύναμη που αποδεσμευόταν από ενενηντα έξι δισεκατομμύρια πλανήτες. Φώτα αναβόσβησαν και μετά σταθεροποιήθηκαν σ'όλη την απέραντη επιβάνεια του πίνακα ελέγχου που ήταν ολόκληρα μίλια μακρύς.
Ο Ντβαρ Εβ έκανε ένα βήμα πίσω και πήρε μιά βαθιά αναπνοή.
-Η τιμή να κάνετε την πρώτη ερώτηση είναι δική σας. Ντβαρ Ρειν
-Ευχαριστώ, είπε ο Ντβαρ Ρειν, Θα είναι μιά ερώτηση στην οποία καμιά μηχανή κυβερνητικής δεν μπόρεσε ως τώρα να απαντήσει.
Γύρισε και αντιμετώπισε τη μηχανή.
-Υπάρχει Θεός?

Η δυνατή φωνή απάντησε χωρίς δυσταγμό, χωρίς ν'ακουστέι ούτε ένα "κλικ" από κανένα διακόπτη.
-Ναι, τώρα υπάρχει ένας Θεός.

Ξαφνικός τρόμος αλλοίωσε το πρόσωπο του Ντβαρ Εβ.
Ορμησε ν'αρπάξει τον διακόπτη.
Μιά αστραπή κι ένας κεραυνός από τον ανέφελο ουρανό τον χτύπησε και τον έριξε κάτω λιώνοντας τα μέταλλα του διακόπτη και κλείνοντάς τα για πάντα.


Φρέντρικ Μπράουν 1961

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2008

ΤΟ ΦΑΛΚΟΝΙ ΤΗΣ ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ

Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΦ. 2

Πενήντα και βάλε χρόνια πίσω, ένα παιδί τρέχει ξωπίσω από μια σκιά ενός Φαλκονιού της Ελεονώρας. Τα πόδια του μπλέκονται στις αποκαλάμες και σηκώνει κονιαρτό[1] σαν να ήταν άτι. Το Φαλκόνι κοντοστέκεται χαρακτηριστικά στον αέρα σα να θέλει να δώσει ανάσες στο νέο του φίλο. Τον βλέπει απο κει πάνω με το κοφτερό του μάτι να αγκομαχά· τα πόδια του είναι λευκά από το αλευρώδες καλοκαιρινό χώμα αυτού του καταραμένου άμα τε και ευλογημένου τόπου, το πρόσωπο σαν πυρακτωμένο σίδερο από τον τραχύ ήλιο της Ανατολής. Οι ματιές των δύο συναντιώνται κάπου ενδιάμεσα στην αποκαλάμη και τον εκτυφλωτικά γαλάζια, ασύννεφο ουρανό. Χαδεύονται σαν νοστοχάρτωτα[2], τρίβονται η μια στην άλλη σαν πιτσουνάκια κι έπειτα γραπώνουν η μια την άλλη σαν Χιντιάνοι πετεινοί[3]. Μα, το διάλειμμα του Φαλκονιού τελειώνει, και η σκιά του συνεχίζει το δρόμο της. Το παιδί ακολουθεί τη σκιά, μα έχει κουραστεί. Το φαλκόνι είναι πια πανω απ’ τη χαράδρα, γυρεύοντας τόπο να κοιτάσει[4]. Η θρηνώδης φωνή του πίσω από το λιοβασίλεμα αυτό το δείλις ακούγεται στ’ αυτιά του παιδιού σαν ανανέωση του ραντεβού: ‘’Αύριο πάλαι’’.
[1] Σκόνη
[2] Πρόσφατα αρραβωνιασμένοι
[3] Ράτσα κοκοριών ειδική για κοκορομαχίες
[4] Εισέρχομαι στην κοίτη μου, κοιμάμαι

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

Μαλβίνα!!

Ας μου επιτραπεί να κάνω μιά διακοπή στη ροή των πλούσιων κειμένων που παρατίθενται που πράγματι είναι πολύ ενδιαφέροντα. Ορμώμενος από την αναφορά της Μαριαλένας στην τρομέρη Μαλβίνα. Σ'αυτό το ανήμερο θηρίο που δεν δίσταζε να τα βάζει με το κατεστημένο, χωρίς να υπολογίζει την προσωπική φθορά (γιατί όχι και φυσική?) και τα όποια κόστη.
Από μιά παλιά δημοσίευση του Σταυραετού

Τετάρτη, Απρίλιος 18, 2007

Κάραλη- Χαριτοπούλου- Μαλβίνα

Μετά από πολύ καιρό μπόρεσα και έκανα ένα πολύ γρήγορο σερφάρισμα στους μπλογκοφίλους μου και με συγκίνηση ανακάλυψα ότι το μπλογκ των έντεκα αλλά και ο Μάνος έχουν κάνει ίσως ταυτόχρονα αναφορά στην ιδιαίτερη και μοναδική περσόνα της Μαλβίνας
Δεν θυμάμαι πότε την πρωτοείδα στην τηλεόραση ή πότε την πρωτοάκουσα στο ραδιόφωνο. Θυμάμαι όμως πολύ καλά ότι τότε είχα σκεφτεί, ενοχλημένος από τον Τρόπο της
"Τί σόι ψώνιο είναι πάλι τούτο?"
Ομως οι θησαυροί και τα ακριβά, δεν φάινονται με την πρώτη.Είναι σαν τα διαμάντια που τα βρίσκεις στη λάσπη και ανακαλύπτεις την αξία τους κατόπιν. Ετσι και με τη Μαλβίνα. Σιγά σιγά την πρόσεχα όλο και πιό πολύ μέχρι του σημείου να λέω από μέσα μου
" Πέστα κοπέλλα μου" "Ετσι!! έχεις τα γκατς που άλλοι δεν έχουν" !
Εκείνη η Μαλβίνα που ήταν μέρος δικό μας, ή φωνή μας, η ασυμβίβαστη, με τις ματάρες της ,με το αιώνιο χαμόγελό της, το χαμόγελο που έκρυβε το σαρκασμό την χαρά ,την λύπη και την πικρία μας.
Η Μαλβίνα που ποιός ξέρει τι είχε καταπιεί στη ζωή της, που το μυαλό της ξέρναγε σαν φωτιά τις λέξεις κατάμουτρα. Το μεγάλο όπλο της!!
Το πατριωτάκι μου ( το έμαθα μόλις πριν από λίγο ψάχνοντας τις πηγές στο διαδίκτυο) . Αυτή και ο Σκαρίμπας.
Μαλβίνα, πέρασες και έφυγες αφού μας χάραξες βαθιά, γιαυτό και δεν υπάρχει περίπτωση να σε ξεχάσουμε. Οι μεγάλοι άνθρωποι και τα κοφτερά μυαλά, αφήνουν μοιραία το στίγμα τους στους επόμενους.
Είμαι σίγουρο ότι το πνεύμα σου, παραμένει κάπου άφθαρτο, ξεκούραστο και αιώνιο!!

από την πηγή μου μεταφέρω μερικά χαρακτηριστικά, καθώς και ένα από τα τελευταία κείμενά της, από το νοσοκομείο που προσωπικά με σόκαρε
Φίλες και φίλες, ευτευτέστετε.

Το βιογραφικό μου θα σας το περιγράψω στην ταπερμανική, για να μαθαίνουν οι νέοι και να γελάνε οι παλιοί. Γεννήθηκα στις 3 του Φεβρουαρίου περίπου, ίσως και το χίλια εννιακόσια πενήντα τέσσερα.

Δεν είχα αδέλφια που τσακώνονταν, αλλά είχα αδελφό.

Σπούδαξα και έκανα δράσεις πχιότητας στη Λωζάννη, το Παρίσι, επ' όπου και διάτριψα και το ένα ή το άλλο και το Ντισκιουετέ έλεγα με πχιοτική προφορά.

Μετά προέβην αργότερα σε επιστροφές και δούλεξα σε εφημερίδες από το Διάστημα. Δηλαδή 78-83. Και πιο μετά έφκιανα άρθρους σε περιοδικούς.

Κι ύστερα βγήκα στην τηλεόραση και είχα ένα σπήγκελ κι έρχουνταν κάτι συντρόφσες κι αυτές ζακτ, κι εγώ φρακτ και καμιά φορά και τ' ανάποδα.

Μετά έφυγε το ΠΑΣΟΚ, ενωμένο δυνατό κι ίσυσσε το Πασόκ δυνωμένο-ενατό και ξήχασα την κυβερνητική που 'χα μάθει πάνου - κάτου. Κι αυτή ήταν η στάση που μου έβλαψε σοβαρά το πρόβλημα.

Γιατί, αντί μάλλον ή και περίπου, να πάνε όλα κατ' ευθήν, εγώ έφκιαχνα ΙΕΚ Τάπερμαν, αλλά το Ταπερμακιστάν άρχισε να κάνει δράσεις κατά εμού και εναντίον μου, δηλαδή πήγε να μου την κάτσει ο κοντός με γκέγκεν επιθετικό.

Αλλά δεν πειράζει, χέστηκα. Διότι το γκέγκεν και το ντισκιουετέ εγώ το μιλάω στο πρωτότυπο - και με πχιοτική, όπως είπα, προσφορά - και όχι ψελλίζω δολίως και υπούλως ξέναι γλώσαι, άρα θα τα βγάνω πέρα και μετά το Ταπερμακιστάν.

Ισυσσύσατε, φίλες και φίλες, και μη χανόμαστε..."

Μπλογκοπαιγνίου συνέχεια...

Της διαβάζω το μυθιστόρημα από το τηλέφωνο. Διαβάζω και θυμάμαι. Εκείνος ζούσε ακόμα. Τσάι, έξαψη και το ανεκτίμητο δώρο. Αυτός να διαβάζει, εμείς να αξιωνόμαστε. Διάβαζε ο πατέρας και έλεγα από μέσα μου: "Πως ξεστράτησα, αυτή είναι η ζωή που θέλω να ζω". Κι εκείνη συμπλήρωνε ψιθυρίζοντας: "Σαν να μη ζω".

Τελειώνω την ανάγνωση - "Τι γράφω? πες μου" τη ρωτάω. Λίγη σιωπή. "Πως ο άνθρωπος κοιτάζει τη ζωή του, εφόσον έχει ζωή. Και εφόσον η ζωή είναι πράγματι ζωή του. Αλλιώς φοβάται. Μανιάζει. Και τότε στρέφεται με λύσσα στις ζωές των άλλων. Με άλλοθι τον έρωτα. Ή και την ιδεολογία. Μανιωδώς στρέφεται κατά πάνω τους. Για να τους διορθώσει. Για να τους εξαγνίσει. Για να φωτίσει τον κάθε ηλίθιο ή ήδη πεφωτισμένο ή ανυπεράσπιστο ή χαμένο. Και να πατάξει οποιαδήποτε αντίδραση. Για να σκορπίσει απλόχερα τα ελέη του ή να καταδιώξει ανελέητα. Αυτό γράφεις."


Απόσπασμα από το διήγημα της Μαλβίνας Κάραλη, "Μέχρι να φύγουν οι Άγγλοι"

σ.σ. Αγαπητή Φαραόνα, αυτό το διήγημα ήλθε πρώτο στο νου μου καθώς με προσκαλούσες να συμμετέχω σε αυτή τη σκυταλοδρομία αποσπασμάτων. Καλοκαίρι ήταν όταν διάβαζα το βιβλίο που το φιλοξενούσε και θυμάμαι πως αρχίζοντας να διαβάζω αυτές εδώ τις παραγράφους, ένιωσα ένα ισχυρό συναίσθημα αποκάλυψης να με συνεπαίρνει. Με το παραπάνω απόσπασμα των σκέψεων της λατρεμένης μου Μαλβίνας, αφήνω κι εγώ το αποτύπωμά μου για κείμενα που σημαίνουν για μένα πολλά.

Μαριαλένα, 23/2/2008

Θα ήθελα με την σειρά μου να προσκαλέσω τους φίλους ιστολόγους, Τάκη Τσαντήλα, Lockheart, Άννη και Τσότσο να συνεχίσουν με τη σειρά τους το αφιέρωμα που ξεκινήσαμε.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2008

Ενα απλό ήσυχο τέλος, και ένας απλός τάφος

..................
είχε πέσει στη ράχη, δύο αναμμένα καντηλέρια τον φώτιζαν- το πρόσωπό του άσπρο σαν χαρτί, κοίταζε τον ουρανό-άφηνε τα χέρια του στον Μ. και την Τ. που του τα σκέπαζαν με φιλιά.
Ηταν νεκρός.
Η νύχτα ήταν χωρίς άστρα και κατασκότεινη. Χωρίς άλλο μέσα στη σκοτεινιά, ένας τεράστιος Αγγελος στεκόταν όρθιος με τα φτερά ανοιγμένα, περιμένοντας την ψυχή........

.....................
Στο νεκροταφείο Περ- Λασέζ, κοντά στους τάφους των φτωχών, μακρυά από το κομψό διαμέρισμα της νεκρούπολης αυτής, απ'όλους τους φανταχτερούς τάφους που επιδείχνουν μπροστά στην αιωνιότητα τους απαίσιους νεωτερισμούς του θανάτου, σε μιά γωνιά έρημη, κοντά στο παλιό περιτείχισμα κάτω από μιά μεγάλη ιτιά σκεπασμένη με κισσό, μέσα στα μούσκλα και την αγριάδα, υπάρχει μιά πλάκα.
Η πλάκα αυτή είναι όπως και οι άλλες σκεπασμένη από τη λέπρα του χρόνου, από μύκητες, από λειχήνες κι από ακαθαρσίες πουλιών. Η βροχή την πρασίνισε, ο αέρας τη μαύρισε.Κοντά της δεν περνά κανένα μονοπάτι κι οι άνθρωποι δεν αγαπούν να πάνε απ'αυτό το μέρος, γιατί η χλόη είναι ψηλή και τα πόδια βρέχονται αμέσως.
Οταν είναι λίγος ήλιος έρχονται εδώ οι σαύρες. ολόγυρα τ'αγριόχορτα ψιθυρίζουν-την άνοιξη τ'αηδόνια έρχονται και κελαηδούν στα δέντρα.

Η πλάκα αυτή είναι γυμνή. Την πελέκησαν τόσο μόνο, όσο χρειαζόταν για να φάινεται ταφόπετρα, την έκαμαν μακρυά και στενή, όσο χρειαζόταν για να σκεπάσει έναν άνθρωπο.
απάνω της δεν διαβάζεις κανένα όνομα.
Μόνο είναι πολλά χρόνια τώρα, που κάποιο χέρι έγραψε με μολύβι, απάνω της τους τέσσερις αυτούς στίχους, που σιγά σιγά από τη βροχή και τη σκόνη έγιναν δυσκολοδιάβαστοι και τώρα βέβαια, θ'άχουν σβήσει ολότελα:

Κοιμάται. Κι αν η τύχη παράξενη του εστάθη,
όμως ζούσε. Απέθανε ως ο αγγελός του εχάθη-
το πράγμα ετούτο φυσικά κι απλούστατα συνέβη,
καθώς η μέρα που περνά κι ο ήλιος βασιλεύει....

όπως και πριν πολλά χρόνια που είχα τελειώσει το βιβλίο ετούτο, έτσι και τώρα με δάκρυα στα μάτια σας μεταφέρω το απλό και πανανθρώπινο τέλος ενός Αγιου και πονεμένου Ανθρώπου

Σάββατο, Φεβρουαρίου 23, 2008

Μπλοκοπαιχνίδι...σελίδα 123

Χαλίλ Γκιμπράν:Ο κήπος του προφήτη

Μακάρι να'μουν δέντρο άνανθο και άκαρπο,
Γιατί ο πόνος της αφθονίας είναι πιο πικρός από την ακαρπία.
Κι η θλίψη του πλούσιου που απ'αυτόν κανένας δεν παίρνει,
μεγαλύτερη από τον πόνο του ζητιάνου που κανένας δεν του δίνει.

Μακάρι να'μουνα πηγάδι,ξερό και στερεμένο
κι οι άνθρωποι να μου πετούσαν πέτρες,
γιατί αυτό πιο εύκολα θα μπορούσα να υποφέρω
παρά να είμαι μια πηγή με ζωντανό νερό
που πλάι της περνούν οι άνθρωποι χωρίς να πίνουν.

Μακάρι να'μουνα καλάμι που το πατούν τα πόδια,
γιατί αυτό θα'ταν καλύτερο παρά να είμαι λύρα ασημόχορδη,
σε σπίτι που ο κύριος του δεν έχει δάχτυλα.
Και τα παιδιά του είναι κουφά.

Φαραώνα μου,ιδού!
Μετά την πρόσκληση σου ήξερα ήδη τις λέξεις που χόρευαν στο μυαλό μου.Το βιβλίο το έπιασα με κλειστά μάτια.Είναι σε εμφανή θέση μαζί με κάποια άλλα που τα ξαναδιαβάζω εδώ και πολλά χρόνια......

Καλό Σ/Κ να έχετε φίλοι συνοδοιπόροι!

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 22, 2008

Μπλογκοπαίγνιο

Οι κανόνες που ακολούθησα είναι αναρτημένοι στην αγαπητή φίλη ΓΗΤΕΥΤΡΙΑ .


Εκείνη, βαριά φκιασιδωμένη η κακομοίρα, παστωμένη στην πούδρα για να κρύψει τα χάλια της κι είχε αλείψει τα χείλια της με κοκκινάδι. Στραβομούριαζαν οι Καστρινές, γύριζαν πέρα το πρόσωπό τους. Τι μασκάρα είναι ετούτη, καλέ, τι πριμαντόνα! Καλά να πάθει ο γιατρούλιακας' ας έπαιρνε παπούτσι απ' τον τόπο του.


Από τον Καπετάν Μιχάλη του Ν. καζαντζάκη, σελ. 123, περ. 6-8 (σύμφωνα με τους κανόνες που τέθηκαν)

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2008

Από τα πρώτα μου πεζά - 1990

Η ΡΟΖ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΑ ΙΝΔΙΑΝΙΚΑ ΑΝΤΙΣΚΗΝΑ

I

Το χιόνι έπεφτε μπλε μπροστά από τους αφυδατωμένους κάκτους. Ο γιος του ανέμου μάζευε φίδια για τη συλλογή του. Ο πράσινος καβαλάρης κυνηγούσε βουβάλια στην πεδιάδα μαζί με τη φτερωτή γοργόνα.
Όλα ήταν καθαρά. Όλα ήταν αληθινά. Ελεύθερα. Χίπικα. Ινδιάνικα…

II

Ο αδερφός του δάσους είχε πάλι χαθεί απ’ τον καταυλισμό. Είχε ανακαλύψει ένα δέντρο που έβγαζε ένα παράξενο χυμό· ‘’ζωμός που πετάει’’, όπως τον ονόμαζε. Πέρασαν χρόνια από τότε. Ο αδερφός του δάσους κόντευε να ξεχαστεί.

III

Κάποτε έφθασαν νέα στο χωριό. Ο αδερφός του δάσους γύριζε τους γειτονικούς καταυλισμούς διδάσκοντας για το ‘’πέταγμα’’ που μπορούσε να προσφέρει ο ‘’ζωμός που πετάει’’. Είχε καταντήσει ένα ράκος, ένα σκουπίδι, που τον περιφρονούσαν όλοι. Ακόμη κι αυτοί· οι χυδαίοι…

IV

H ινδιάνικη ζωή κυλούσε ωραία. Οι γυναίκες έκαναν κοτσίδες τα μαλλιά τους, γεννούσαν ινδιανάκια, έτοιμες να τα παραδώσουν στην ελευθερία. Τραγουδούσαν ανέμελα καρτερώντας τους άνδρες τους να γυρίσουν απ’ το κυνήγι με το κρέας. Το λάθος ήταν στο δάσος· ένα λάθος που είχε αρχίσει να τελειώνει.

V

Μια μέρα οι ουρανοί βρυχήθηκαν και γκρίζεψαν ολοκληρωτικά. Η θυγατέρα των ουρανών είχε θυμώσει. Πήρε το τσεκούρι με τα γενναία, ελεύθερα, ινδιάνικά της χέρια και με μια κίνηση έκοψε όλα τα δέντρα με το ‘’ζωμό που πετάει’’. Το λάθος έπαψε να’ ναι λάθος· τόσο απλά…

ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η απλή ιστορία ετελείωσε. Άχαρη, χωρίς λέξεις, σα γυναίκα αχτένιστη, άβαφτη, αστόλιστη. Σαν μια εικόνα ροζ πίσω από ινδιάνικα αντίσκηνα.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2008

Καλώς Ήλθα!

Σας χαιρετώ κι από δω. Οφείλω την παρουσία μου εδώ στην Faraona και την Marialena. Αφήνω για πρώτο ποστ ένα απόσπασμα από ένα μικρό διήγημά μου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ''ΨΙΧΑΔΙ''.


ΕΙΜΑΙ Ο ΡJF26008626ΖΙ
Δεν άντεξα. Έσπασα με μια δυνατή κίνηση του ενταφιασμένου ψυχισμού μου τα αόρατα δεσμά και εκατέβηκα στο θολό δρόμο. Το βήμα μου ήταν γοργό, σχεδόν αθλητικό, μα νευρικό, τόσο νευρικό και σφικτό που οι κλειδώσεις δεν λειτουργούσαν πια. Μα έτσι αγκυλωμένος προχωρούσα σκουντουφλώντας ενίοτε σε διάφορα μικροεμπόδια, σε μικροεξοχές που είχαν δημιουργηθεί από αστοχία υλικών.

Τα είχα καταφέρει· αφού έκανα την αρχή θα ολοκλήρωνα κιόλας· το δίχως άλλο θα ολοκλήρωνα. Έβαλα τις ψηφιακές παρωπίδες μου οξύνοντας μάλιστα την γωνία ούτως ώστε να μην υπάρχει περίπτωση παρέκκλισης. Ήμουν ο κωδικός ΡJF26008626ΖΙ, άνθρωπος εξ ανθρώπων, αμιγής φυλετικά, χωρίς πρόσμιξη με κλώνους, ανθρωποειδή και μεταλλαγμένα. Είχα δική μου λογική και είχα τη δύναμη και το δικαίωμα ν’ αποφασίζω εγώ για τη ζωή μου. Εκείνο το πρωί είχα αποφασίσει να φτάσω στο τέρμα του δρόμου, να ολοκληρωθώ ως προσωπικότητα, να εδραιωθώ ως νόμιμος και ισότιμος κάτοικος της ενωμένης οικουμένης.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2007

Η ΑΘΑΝΑΤΗ ΠΑΡΤΙΔΑ!!!

Κάθε συνειδητοποιημένος σκακιστής που σέβεται τον εαυτό του, σίγουρα μέσα στη σκακιστική βιβλιογραφία που έχει ψάξει για να εμπλουτίσει την γνώση του, πρέπει να έχει πέσει πάνω σε αναφορές για την παρτίδα αυτή που παίχτηκε τον 19ο αιώνα και συγκεκριμένα στο Λονδίνο το 1851 αναμεσα στον κορυφαίο σκακιστη της εποχής, τον σκαπανέα της ρομαντικής σκακιστικής φιλοσοφίας, ANDERSEN και έναν άλλο ισχυρό παίχτη τον KIZERITZKY.

Σίγουρα το στύλ και η φιλοσοφία του παιχνιδιού τότε και τώρα διαφέρουν πάρα πολύ ειδικά τώρα που η πληροφορία μέσω των υπολογιστών ρέει σαν τεράστιο ποτάμι και που μπορούν πλέον να έχουν πρόσβαση σε αυτήν και νεότατοι ισχυροί Grand Maitre.
Ομως η Αθάνατη παρτίδα έμεινε στην ιστορία γιατί ο παίχτης που κέρδισε τελικά με φοβερά επικεντρωμένη σκέψη στον στόχο του, που δεν είναι άλλος από τον αντίπαλο Βασιλιά αγνοεί κάθε απώλεια, θυσιάζει σχεδόν τα πάντα στον βωμό αυτού του στόχου και στο τέλος θριαμβευτικά δίνει το τελειωτικό χτύπημα (ματ) με μόνον 3 ελαφρά κομμάτια.-Αυτα που θυσιάζει είναι οι δύο πυργοι ,ενας Αξιωματικός του και στο τέλος πριν το ματ δίνει και την Βασίλισσά του!

Αυτό το εξουθένωμα δυνάμεων για να επιτευχθεί η άλωση, το πάρσιμο, η κατάκτηση, μοιάζει στη ζωή μας με το αρχέγονο κυνήγι του αρσενικόυ για το θυληκό.
Αυτή ακριβώς τη ιδέα είχε και ο ψευδεπώνυμος συγγραφέας σκακιστής και δικηγόρος Αννίβας Αννίβα Αρνέλλος οταν έγραψε το σκακιστικό του ερωτικό του μυθιστόρημα ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ. Ευτυχώς για τον ίδιο και δυστυχώς για μας τις νύχτες μεταμορφώνεται σε ανώνυμο βρυκόλακα.

Μεταφέρω από το πίσω εξώφυλλο του βιβλίου το σχόλιο.

Η παρτίδα αυτή παίχτηκε το 1851 στο Λονδίνο.Ο ήρωάς μας άρχισε να ζει αιώνες πριν από την παρτίδα και εξακολουθεί να ζει μέχρι σήμερα. Η ηρωίδα μας πρωτοζεί τώρα και είναι δεν είναι σαράντα χρονών.Φαίνεται όμως να γνωρίζει καλά το παιχνίδι αυτό. Ισως το έχει στο γυναικείο της γονίδιο. Διαχρονικότερη στην εφημερότητά της από τον ήρωα μας τον Αννίβα, ξέρει απ'την αρχή ότι θα νικήσει ηττώμενη. Σαν γνήσια απόγονος της Εύας, ξέρει να κατακτά μέσα από την ήττα, το αρσενικό.
Αληθινά ένα immortal game!!

και μέσα στην πρώτη λευκή σελίδα

Toi la seule et j'entends les herbes de ton rire
Toi c'est ta tete qui t'enleve
Et du haute des dangers de mort
Tu enfantes la chute.
-----------------------------------------------
αν και δεν γνωρίζω Γαλλικά αν κάποιος μπορεί να το μεταφράσει ας το στείλει στα σχόλια.

Ενα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο αναμφίβολα που θα το συνιστούσα και σε μη σκακιστές. (Δεν είναι όρος η σκακιστική γνώση για να διαβαστεί)
εκδ.τυπωθήτω Δάρδανος

και για αυτούς που μπορούν να την δουν πάνω σε σκακιέρα.

ANDERSEN-KIZERITZKY
Γκαμπί του Βασιλιά

1.ε4 ε5 2.ζ4 εχζ4 3.Αγ4 Βθ4+ 4.Ρζ1 β5 5.Αχβ Ιζ6 6.Ιζ3 Βθ6 7.δ3 Ιθ5 8.Ιθ4 Βη5 9.Ιζ5 γ6 10.η4! Ιζ6 11.Πη1 γχΑ 12.θ4 Βη6 13.θ5 Βη5 14.Βζ3 Ιη8 15.Αχζ4 Βζ6 16.Ιγ3 Αγ5 17.Ιδ5 Βχβ2 18.Αδ6! ΑχΠη1 19.ε5!!! ΒχΠα1 20.Ρε2 Ια6 21.Ιη7+Ρδ8 22.Βζ6+!! ΙχΒζ6 23.Αε7+ ματ
posted by Sakis at 10:57 μμ

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 17, 2007

Ο καλός αγώνας

Μου άρεσε, το μετάφρασα από τα αγγλικά και σας το μεταφέρω. Είναι από το Warrior of the Light του Paulo Coehlo (issue nr.155):

Δεν μπορούμε να σταματήσουμε ποτέ να ονειρευόμαστε. Τα όνειρα είναι η τροφή της ψυχής, όπως και το φαγητό είναι η τροφή του σώματος. Στην διάρκεια της ζωής μας βλέπουμε πολλά όνειρά μας να μένουν απραγματοποίητα, κι όμως πρέπει να ονειρευόμαστε, αλλιώς η ψυχή μας πεθαίνει και η Αγάπη δεν την διαπερνάει ποτέ. Η Αγάπη είναι που μας κάνει να παλεύουμε ενάντια στις αντιξοότητες, να έχουμε πίστη και χαρά και να αγωνιζόμαστε τον καλό αγώνα.

Ο καλός αγώνας γίνεται γιατί η καρδιά μας ζητάει να παλέψουμε για τα όνειρά μας. Στην πρώτη μας νεότητα τα όνειρά μας εμφανίζονται σαν έκρηξη μέσα μας και ζητάνε απαιτητικά την πραγματοποίησή τους. Εμείς τότε έχουμε περίσσιο κουράγιο αλλά έλλειψη αγωνιστικής εμπειρίας. Μετά από πολλές προσπάθειες μαθαίνουμε να αγωνιζόμαστε αλλά δεν έχουμε πλέον το κουράγιο να το κάνουμε... Και τότε γινόμαστε οι χειρότεροι εχθροί του εαυτού μας. Κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας λέγοντας ότι τα όνειρά μας ήταν παιδιάστικα, είχαν δυσκολίες να πραγματοποιηθούν ή ήταν ο καρπός της άγνοιάς μας ως προς την πραγματικότητα της ζωής. Σκοτώνουμε τα όνειρά μας γιατί φοβόμαστε να πολεμήσουμε τον αγώνα τον καλό.

Το πρώτο σύμπτωμα θανάτου των ονείρων μας είναι η δικαιολογία της έλλειψης χρόνου. Όμως, οι πλέον πολυάσχολοι άνθρωποι έχουν συνήθως χρόνο για τα πάντα. Όσοι κάνουν ελάχιστα πράγματα στη ζωή τους είναι συνέχεια κουρασμένοι, δεν μπορούν να ανταποκριθούν ούτε στις ελάχιστες ανάγκες της εργασίας που κάνουν και συνεχώς παραπονιούνται ότι η μέρα δεν χωράει το πρόγραμμά τους. Στην πραγματικότητα φοβούνται να πολεμήσουν για τα όνειρά τους.

Το δεύτερο σύμπτωμα θανάτου των ονείρων μας είναι οι βεβαιότητές μας. Επειδή δεν θέλουμε να δούμε τη ζωή σαν μια μεγάλη περιπέτεια που πρέπει να ζήσουμε, αρχίζουμε κι αισθανόμαστε σοφοί, δίκαιοι και σωστοί σε οτιδήποτε αφορά την ύπαρξή μας. Κοιτάμε πέρα από τα τείχη της καθημερινότητάς μας και ακούμε την κλαγγή των όπλων, μυρίζουμε τον ιδρώτα των αγωνιστών και του μπαρουτιού, βλέπουμε τις ήττες και τα πρόσωπα των αγωνιστών που διψούν για νίκη. Αλλά δεν βιώνουμε τη χαρά, την απίστευτη χαρά, στην καρδιά εκείνων που αγωνίζονται, γιατί για τους αγωνιστές δεν μετράει το έπαθλο, αλλά μόνο η δυνατότητα να αγωνίζονται τον καλό αγώνα.

Το τρίτο σύμπτωμα του θανάτου των ονείρων μας είναι η ειρήνη. Η ζωή γίνεται σαν ένα ήσυχο κυριακάτικο απόγευμα, δεν ζητάμε πολλά από τον εαυτό μας και από τους άλλους δεν ζητάμε περισσότερα από όσα θέλουμε να δώσουμε. Έτσι αισθανόμαστε ότι είμαστε "ώριμοι", εγκαταλείπουμε τις "φαντασιώσεις της παιδικής ηλικίας" και με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζουμε την προσωπική και επαγγελματική μας επιτυχία. Νιώθουμε τεράστια έκπληξη όταν συναντάμε κάποιον συνομήλικό μας ο οποίος ακόμα επιζητεί τούτο ή το άλλο από τη ζωή του. Αλλά βαθιά μέσα στην καρδιά μας γνωρίζουμε ότι εγκαταλείψαμε τον αγώνα για τα όνειρά μας, εγκαταλείψαμε τον καλό αγώνα.

Όταν εγκαταλείπουμε τα όνειρά μας και βρίσκουμε την ειρήνη, απολαμβάνουμε μια μικρή περίοδο γαλήνης. Αλλά τα πεθαμένα μας όνειρα αρχίζουν να σαπίζουν μέσα μας και κατακλύζουν όλο το χώρο γύρω μας. Αρχίζουμε να συμπεριφερόμαστε σκληρά στους δικούς μας ανθρώπους και τελικά κατευθύνουμε αυτή την σκληρότητα πάνω μας. Αρρώστιες και ψυχώσεις εμφανίζονται. Όλα όσα θέλαμε να αποφύγουμε όταν αρνούμασταν να αγωνιστούμε - απογοήτευση και ήττα - γίνονται τελικά η μόνη κληρονομιά της δειλίας μας. Και μια μέρα τα νεκρά και σαπισμένα όνειρά μας γεμίζουν όλο τον αέρα γύρω μας, μας δυσκολεύουν να αναπνεύσουμε και ζητάμε να πεθάνουμε, ζητάμε τον θάνατο για να απελευθερωθούμε από τις βεβαιότητές μας, από τα βάσανά μας και από αυτή την απαίσια ειρήνη του κυριακάτικου απογεύματος.

Για να τα αποφύγουμε όλα αυτά, ας αντικρίσουμε το νέο χρόνο με την ευλάβεια του μυστηρίου και τη χαρά της περιπέτειας.