Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρες ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρες ιστοριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Ιανουαρίου 26, 2009

Επι τέλους στην αγκαλία της....εκεί ψηλα!!!

Μιά καλή μου φίλη προχθές μου ανέφερε ότι όντας μόνη, πήρε τους δρόμους της Αθήνας και με την κάμερά της περιπλανήθηκε στις περιοχές κοντά και γύρω απ'την παλιά πόλη. Γιά άλλη μιά φορά όπως μου είπε ένοιωσε τη σαγήνη της "Αιώνιας αγαπημένης" της Ακρόπολης των Αθηνών! Αλλά και της δικιάς μου.

Και δεν θα ήταν αφορμή αυτό να γράψω τούτες τις αράδες αν δεν σας αποκάλυπτα ότι παρ'όλη τούτη της "σχέση αγάπης" δεν είχα ποτέ επισκεφθεί το αιώνιο μνημείο. Μέχρι το 2004.
Μεγαλώνοντας από μικρός και περνώντας τα μισά μου μαθητικά χρόνια στο Α Γυμνάσιο Αρρένων της Πλάκας, ο ιερός βράχος είχα άλλη σημασία για μένα. Υπήρξαν επισκέψεις σαν σχολείο, σαν εκπαιδευτική εκδρομή, αλλά εγώ ήμουνα πάντοτε απών.
Ο λόγος καθαρά ανώτερος. Αδύνατον να σκαρφαλώσει ένα άτομο ανάπηρο και ειδικά όταν μετακινείται με αναπηρικό καροτσάκι. Και έτσι παρέμενα στην τάξη μελετώντας ή γύριζα στο σπίτι με ένα κρυφό πόθο και ένα όνειρο, ζωής. Κάποτε να αγναντάψω την Αθήνα από το σημείο ακριβώς εκείνο που την έβλεπαν και οι Αρχάιοι Αθηναίοι, από το σημείο που αποκαθήλωσαν την Γερμανική σημαία οι γενναίοι πατριώτες της Κατοχής, από το σημείο όπου έβλεπαν οι πολιορκημένοι τα καράβια τοθ Μοροζίνη.
Ποτέ δεν έπαψα να επισκέπτομαι την γειτονιά του παλιού μου σχολείου, την Αδριανού, το Θησείο, το Ηρώδειο (που τώρα έχει γίνει απόλυτα προσβάσιμο) με τις παραστάσεις στα πλάισια του φεστιβάλ Αθηνών, τα τελευταία χρόνια. Και πάντοτε, μα πάντοτε ένοιωθα αυτή την ενέργεια τη θετική και την γλυκειά βαρύτητα της σκεπης του παντοτινού Ναού των Ναών!!
Στο Θησείου στο στέκι μου στη γωνία στο "Αθηναίων Πολιτεία" σούρουπο πριν μαυρίσει ο ουρανός, πριν ακόμα τον φωτίσουν οι προβολείς, ο Παρθενώνας έκπέμπει την δική του λάμψη μέσα από το ενεργειακό του πεδίο για όποιον έχει την δεκτικότητα για να το νοιώσει. Τότε είναι που σιγά σιγά η βουή του πλήθους των Αθηναίων και των τουριστών, η φασαρία των μηχανών, αρχίζουν να εξαφανίζονται από την ακοή σου και η ελαφριά αύρα της θάλασσας του Σαρωνικού σε φέρνει σε άλλες εποχές.
Και όμως παρ'όλα αυτά δεν έιχα μπορέσει ακόμα να βρεθώ πάνω εκεί.

Καλοκαίρι 2004. Το μαγικό καλοκαίρι. Πρωταθλητές Ευρώπης στο ποδόσφαιρο με την Εθνική, Μαγικοί Ολυμπιακοί και Παρα ολυμπιακοί μετά. Γιά μένα όμως και για έναν ακόμα προσωπικό λόγο που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω. Η ανάβασή μου.... ΕΚΕΙ

Ο τρόπος είχα ανακοινωθεί κάποιους μήνες πριν, μετά την τοποθέτηση ειδικού αναβατωρίου στη πιό ομαλή κλίτυ του βράχου από την μεριά του Θησείου. Η διαδικασία κατόπιν τηλεφωνικού ραντεβού. Ο λόγος ήταν ότι το αναβατώριο τον χρησιμοποίησαν χιλιάδες εμποδιζόμενοι τουρίστες εν'όψει μεγάλου Αθλητικού γεγονότος. Και άλλοι σαν και μένα λοιπόν που ήλθαν από την άλλη άκρη του κόσμου να προσκυνήσουν το μνημείο σύμβολο.
Φτάνουμε την καθορισμένη ημέρα ένα ηλιόλουστο απόγευμα με ελαφρό δροσερό αεράκι και με πεντακάθαρη ατμόσφαιρα. Νοίωθω μιά περίεργη αγωνία και έξαψη από νωρίς. Η αετίνα μου έχοντας επισκεφθεί μόνη της την Ακρόπολη είναι πολύ ενθουσιασμένη που θα πάμε επι τέλους μαζί αλλά συνάμα και πολύ συγκινημένη.
Ενας μηχανικός νόμος της φυσικής λέει ότι όσο μιά μετακίνηση γίνεται αργότερα είναι και περισσότερο ασφαλής. Θέλω να πω με αυτό ότι τα αναβατώρια (γιατί δύο ήταν τελικά) κινούνταν κάθετα και με πολύ αργή ταχύτητα. Ολα ήταν εξωτερικά του βράχου ώστε να μην πειραχθεί ούτε ένα πετραδάκι. Κλειστό κλουβί, πατάω το κουμπάκι. Οι άνθρωποι οδηγοί με ρωτούν αν νοιώθω ναυτία ή κλέιστοφοβικότητα. (Πού να ξέρουν ότι έχουν να κάνουν με έναν σταυραετό ¨-) Εγώ άλλου έχω το μυαλό μου. Είναι ευγενέστατοι. Αρχίζει αργά αργά η ανάβαση μέχρι το πρώτο πλάτωμα του βράχου, όπου με περιμένει ένας άλλος οδηγός και με τοποθετεί σε ένα παράπλευρο κουβούκλιο για να συνεχίσουμε. Ξεκινάω μόνος και πάλι. Κοιτάω κάτω και βλέπω την Πλάκα, την Αδριανού, το Μοναστηράκι, την Αθηναίων πολιτεία.... Με την άκρη του ματιού μου πιάνω τις ρίζες των τειχών που με πλησιάζουν.
Σε λίγο φθάνω και μέχρι να ανεβάσουν και την αετίνα μου με περιμένει και ο τρίτος οδηγός. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πόσο ευρύχωρος είναι πάνω εκεί ο χώρος. Ερεχθείο, καρυάτιδες, πρόναος, ζωοφόρος, κυριώς ναός, όλα βρίσκονται μπροστά μου. Ανατριχιάζω και κοιτάζω σαν χαζός ,σαν παιδί πρωτόβγαλτο δεξιά αριστερά, αλλά δεν με νοιάζει. Δεν είναι δυνατόν μου φαίνεται σαν ψέμα. Ο απογευματινός ήλιος δημιουργεί υπέροχες αναγλυφότητες στα θαυμάσια γλυπτά και τις κολώνες, ενώ μακραίνει τις σκιές. Οι Καρυάτιδες αισθησιακότερες από ποτέ!!
Φθάνει και η αετίνα και αρχίζουμε τη περιπλανηση. τραβάμε φωτογραφίες. Εχουν διαμορφώσει ένα υποτυπώδες μονοπατάκι αλλά δεν είναι πολού έυκολη η μετακίνηση. πρέπει να προσέχουμε να περνάμε ανάμεσα από τους φυτευτούς βράχους. Είναι όμως η πιό αγαπημένη ανώμαλη και που δεν βαρυγκόμησα, διαδρομή της ζωής μου.
Κάθε λίγο σταματάμε και κοιτάμε την Αθήνα προσπαθώντας να αναγνωρίσουμε περιοχές, ενώ ταυτόχρονα το μυαλό μου πετάει στον Χρυσό αιώνα του Περικλή.

σε λίγο νά μπροστά και το παλιό Μουσείο. Ειδικό αναβατώριο και εκεί να κατέβω λίγο. Ολα τέλεια!! Το όνειρο συνεχίζεται μέσα στο Μουσείο με όλα τα θαυμαστά και δεν μπορώ να μην σκεφθώ πως θα είναι όταν πάρουμε πίσω αυτά που μας έκλεψαν.
Συνέχεια μετά από μία και πλέον ώρα, πάλι έξω στον βράχο, μέχρι που ήλθε η ώρα να φύγουμε.
Αρχισα να κατεβάινω σούρουπο πιά με μιά ανείπωτη χαρά. Μιά πληρότητα!
εμαθα ότι το αναβατώριο δεν καταργήθηκε μετά τους ολυμπιακόυς απλά θα λειτουργήσει σε πιό μόνιμη μορφή μετά την ανακαίνιση και συντήρηση όλου του Μνημείου.
Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα είμαι από τους πρώτους που θα ανέβει και πάλι.
Γιά το 2009 σκοπός μου και μιά επίσκεψη στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης.

Ηταν τελικά μαγικό εκείνο το Καλοκαίρι του 2004 ...!!!

Πέμπτη, Ιανουαρίου 01, 2009

ΠΡΩΤΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΣΠΙΤΙ



Βράδυ πρωτοχρονιάς, η πόλη στολισμένη με πολύχρωμα λαμπιόνια, οι βιτρίνες των καταστημάτων διακοσμημένες με χριστουγεννιάτικα δέντρα, και άγιους βασιλίδες. Τα σπίτια είχαν ΄΄φορέσει΄΄ τα γιορτινά τους, όπως και οι άνθρωποι, για να υποδεχτούν το καινούργιο έτος. Οι οικοδέσποινες έστρωναν λευκά τραπεζομάντιλα και έβαζαν όμορφα σερβίτσια στο τραπέζι, όπου θα μαζευτεί όλη η οικογένεια, παππούδες, παιδία, εγγόνια, τα μεσάνυχτα.
Παρομοιες προετοιμασίες έκανε και η οικοδέσποινα της ιστορία μας. Στο cd έπαιζε μια χαρούμενη μελωδία, που ερχόταν σε τέλεια αρμονία με την ψυχική διάθεση της νεαρής γυναίκας. Ήταν η πρώτης πρωτοχρονιά στο δικό της σπίτι. Είχε επιτέλους καταφέρει να κάνει πραγματικότητα το όνειρο, που είχε από τότε που ήταν έφηβη. Το όνειρο, που ήταν η αιτία να σπουδάσει αρχιτέκτονας. Να φτιάξει ένα απόλυτα προσβασιμο σπίτι, στο οποίο θα μπορούσε να ζήσει μόνη της και θα έχει την δυνατότητα να κινείται άνετα με το καροτσάκι της. Πήγε στην κουζίνα και πατώντας ένα διακόπτη κατέβηκε η πιατοθήκη, πήρε το καλό της σερβίτσιο, το έβαλε στην ποδια της. Αφού έστρωσε το τραπέζι, ξαναγύρισε στην κουζίνα να κοιτάζει τη γαλοπούλα, που είχε στον φούρνο. Ο φούρνος βρισκόταν πάνω στο πάγκο που ήταν φτιαγμένος στο ύψος του καροτσιού. Ντουλάπια κάτω δεν υπήρχαν έτσι είχε την δυνατότητα να πλύνει και κόψει άνετα τα λαχανικά για την σαλάτα.
Καθώς τελείωνε την σαλάτα ένιωσε στην γάμπα της να παίζει μια ουρά. Ήταν η γάτα της, που απαιτούσε την προσοχή της κοπέλας. Με τις ετοιμασίες του δείπνου την είχε παραμελήσει για αρκετές ώρες. Την πήρε αγκαλιά και προχώρησε προς στο μπάνιο.
Ήταν ώρα να ασχοληθεί με τον εαυτό της. Το νερό θα ήταν ήδη ζεστό. Είχε ανάψει το διακόπτη του θερμοσίφωνα - ο οποίο ήταν τοποθετημένος σε χαμηλό ύψος όπως άλλωστε και όλες οι ασφάλειες - εδώ και ώρα. Άνοιξε τις βρύσες να γεμίσει η μπανιέρα και έριξε μέσα άλατα. Πάντα την αναζωογονούσε ένα χαλαρωτικό αφρόλουτρο. Πιάστηκε από τις χειρολαβές, που ήταν στο τοίχο και έκατσε στην περιστρεφόμενη καρεκλά μπάνιου, με το τηλεχειριστήριο. Βυθίστηκε στο νερό. Η κοπέλα ένιωσε αμέσως να χαλαρώνουν οι μυς της. Η ώρα που είχε δώσει στο εαυτό της, για να απολαύσει το μπάνιο της πέρασε γρήγορα. Έτσι της φάνηκε. Δεν της έκανε καρδιά να αφήσει αυτό το όμορφο περιβάλλον με τα ανάμενα κεράκια, αλλά, αν ήθελε να ήταν έτοιμη την ώρα που θα ερχόταν η οικογένεια της, έπρεπε να βιαστεί.
Όπως αποδεικτηκέ, η σκέψη της αυτή ήταν σωστή. Δεν είχαν περάσει πέντε λεπτά από την στιγμή που είχε φορέσει το γαλάζιο βραδινό φόρεμα της, αφού προηγουμένως ολοκλήρωσε το μακιγιάζ της, και κτύπησε το κουδούνι. Σαν σίφουνας μπήκαν μέσα τα μικρά της ανιψιά ακολουθούμενα από τα αδέλφια της με τους συζύγους και, φυσικά, τους γονείς της - τους γονείς που της είχαν μάθει από μικρή ότι δεν πρέπει να κρύβεται πίσω από την αναπηρία της, να βάζει στόχους στην ζωή της, και να τους κατακτά. Με επίμονη και υπομονή. Ποτέ δεν την ξεχώριζαν από τα αδέλφια της. Την επιβράβευαν, την συμβούλευαν και την μάλωναν, όπου χρειαζόταν, όπως ακριβώς έκαναν και με τα μεγαλύτερα παιδία τους.
Η βράδια κύλησε όμορφα με τα μικρά να ζητάνε από την κοπέλα να κάτσουν την ποδιά της για να τα πάει βόλτα με το ηλεκτρικό καρότσι, οπως τους άρεσε. Η μητέρα με την αδελφή της την βοήθησαν να μεταφέρει τις πιατέλες και έκατσαν όλοι γύρω από το τραπέζι. Η κοπέλα έλαμπα από χαρά βλέποντας την επιδοκιμασία στα μάτια όλων. Μετά την έλευση του νέου έτους και, αφού τα μικρά παιδία είχαν κουραστεί να παίζουν με τα παιχνίδια που τους είχε πάρει η θεια τους, αποκοιμήθηκαν.Όταν έφυγαν οι δικοί της, η κοπέλα χαμήλωσε τα φώτα, πήρε ένα ποτήρι κρασί κάθισε στην αγαπημένη της γωνία, που είχε θεά την θάλασσα. Θα είχε περάσει καμία ώρα, όταν ξανακτύπησε το κουδούνι. Ξαφνιασμένη, αφού δεν περίμενε κάποιον τόσο αργά, πήγε να ανοίξει. Στο κατώφλι της πόρτα, στεκόταν ένας συνάδελφο από την δουλεία με ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι. Της είπε απλά ότι θα ήθελε να μοιραστούν αυτό το κρασί μαζί, αν δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει.Έχετε απορία τι έκανε η κοπέλα? Ότι έκανε πάντα. Καλωσόριζε τα άσχημα και τα όμορφα της ζωής με χαμόγελο

Παρασκευή, Νοεμβρίου 07, 2008

Η λύτρωση

Καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού δίπλα στο παράθυρο. Απορροφημένος από μια σκέψη που με βασάνιζε χρόνια τώρα. Κοίταζα έξω κι έβλεπα να φυσά μανιασμένος αέρας που δεν άφηνε δέντρα και λουλούδια στην ησυχία τους. Ερχόταν θύελλα. Ασυναίσθητα σηκώθηκα και προχώρησα προς το παλιό μικρό τραπεζάκι. Πάνω του βρισκόταν μια λάμπα πετρελαίου. Την άναψα και στο παιχνίδισμά της διέκρινα λίγη χαρά. Μια παράλογη σκέψη πέρασε απ΄ το μυαλό μου. Μια σκέψη που ήλπιζα ότι θα με απάλλασσε από τη μιζέρια και τη φτώχεια που με βασάνιζε. Σκέφτηκα να δώσω τέλος στη ζωή μου. Αποφασισμένος γύρισα προς το κρεβάτι και πήρα το σακάκι μου. Διέκρινα από το παράθυρο τη βροχή που χτυπούσε με μανία τα τζάμια. Κοίταξα το ρολόι μου, η ώρα ήταν έντεκα και είκοσι. Φόρεσα το σακάκι μου, σήκωσα τον γιακά και με γρήγορο βήμα προχώρησα στην πόρτα. Ανοίγοντάς την, έκανα ένα βήμα πίσω και σταγόνες βροχής έπεσαν στο πρόσωπό μου. Ο αέρας δεν με άφηνε να βγω έξω. Με μια γρήγορη κίνηση προχώρησα κλείνοντας την πόρτα πίσω μου και βγήκα στη βροχή. Με γοργά βήματα άφησα πίσω μου την αυλή του σπιτιού και πήρα το πεζοδρόμιο δεξιά. Βγήκα σε έναν μεγάλο δρόμο στολισμένο δεξιά και αριστερά με τα κακόφημα καμπαρέ των Αθηνών. Η έμμονη σκέψη της αυτοκτονίας είχε φωλιάσει μέσα μου. Προχωρούσα κοιτάζοντας δίπλα μου βιτρίνες και μέσα σ΄ αυτές φωτογραφίες ημίγυμνων, χαμογελαστών, γυναικών. Στα αυτιά μου έρχονταν ήχοι πολλών οργάνων που έβγαιναν απ’ το βάθος των μαγαζιών. Σταμάτησα σε μία απ’ τις βιτρίνες χαζεύοντας μια από τις πολλές καλλονές που μου χαμογελούσε μέσα από μία φωτογραφία. Ίσως και να ήθελε κάτι να μου πει.

Δίχως να καταλάβω τίποτα βρέθηκε δίπλα μου μια κυρία η οποία τρικλίζοντας έπεσε πάνω μου. Ξαφνιάστηκα, την συγκράτησα για να μη πέσει. Με φωνή τρεμάμενη από το κρύο και τη ζάλη του ποτού μου είπε

- «….με συγχωρείτε»

Έβγαλε από την τσάντα της ένα κλειδί αυτοκινήτου και μου έδειξε ένα μαύρο, επιβλητικής μάρκας, αυτοκίνητο που βρισκόταν παρκαρισμένο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Κατάλαβα πως ήθελε να την πάω στο αμάξι της. Με έπιασε από το μπράτσο, αφήνοντας όλο το βάρος της να πέσει πάνω μου. Με όλες τις δυνάμεις μου την πήγα δίπλα στο αμάξι και ανοίγοντας την πόρτα του οδηγού την έβαλα να καθίσει ενώ το χέρι της κρατούσε σφιχτά το σακάκι μου για να μην φύγω. Με μερικές κινήσεις μεταφέρθηκε στο κάθισμα του συνοδηγού καθώς εγώ την κοιτούσα απορημένος. Με ένα νεύμα με κάλεσε να καθίσω στη θέση του οδηγού. Μπήκα και έκλεισα την πόρτα του αυτοκινήτου. Γύρισα το βλέμμα μου και την είδα να μου απλώνει το αριστερό της χέρι. Ανάμεσα στα δάχτυλά της διέκρινα ένα λευκό κομμάτι χαρτί. Το πήρα και γυρίζοντας προς το φως, διάβασα «Αντωνίου Στέλλα, Λόρδου Βύρωνος 10».

Πάγωσα. Η εμμονή της αυτοκτονίας με εγκατέλειψε. Για αυτήν την, έστω, μοναδική στιγμή, η ύπαρξη μου είχε ένα νόημα.

Κοίταξα μπροστά τον δρόμο και σκέφτηκα ότι, δεν γινόταν να δώσω τέλος στη ζωή μου. Αυτή η γυναίκα με χρειαζόταν.






Ένα μικρό αφήγημα του πατέρα μου, το οποίο έγραψε πριν 35 χρόνια. Τα ονόματα είναι τυχαία.

Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2008

Οταν η Ιατρική σηκώνει τα χέρια ψηλά (μέρος 1ο)


Λίγες μόλις μέρες μετά την εισαγωγή του σε νοσοκομείο της Μελβούρνης, ένας μεσήλικας άνδρας, βρέθηκε να πάσχει από καρκίνο του στομάχου με πολλαπλές μεταστάσεις και βαριά ηπατική ανεπάρκεια, που έκανε αδύνατη τη χημειοθεραπεία. Σε άρθρο της δημοσιευμένο σ'ενα απ'το εγκυρότερα ιατρικά περιοδικά, μιά νεαρή Ινδή γιατρός που εργάζεται ως ογκολόγος στο ίδιο νοσοκομείο αφηγείται τις συζητήσεις της με τον άρρωστο και τη γυναίκα του και τις αντιδράσεις των τελευταίων στις προσπάθειες της να τους εξηγήσει ότι καμιά θεραπεία δεν θα μπορούσε να ανακόψει την εξέλιξη της νόσου και ότι ο μόνος εφικτός στόχος ήταν η ανακούφιση του αρρώστου από τους πόνους και τα υπόλοιπα ενοχλήματά του.

"Μήπως χρειάζονται χρήματα γιατρέ? Θα κάνουμε ότι μας πείτε για να γίνει καλά. Εχουμε τρία μικρά παιδιά" σπεύδει να δηλώσει η γυναίκα του αρρώστου, λες και δεν είχε ακούσει καμιά από τις διευκρινήσεις που είχαν προηγηθεί.
Σε μιά από τις επόμενες συναντήσεις τους η γιατρός προτείνει διακριτικά στον άρρωστο:
"Τι θα λέγατε να γυρίζατε λίγο σπίτι? Ισως μερικές ώρες έξω από το νοσοκομείο σας κάνουν να νιώσετε καλύτερα."
Ενα χαμόγελο προσδοκίας σχηματίζεται στα χείλη του αρρώστου.
"Εχω βαθιά πίστη στο Θεό. Θα ήταν θαυμάσιο να πάω την Κυριακή στην Εκκλησία"
Η γυναίκα του όμως, μουρμουρίζει μουδιασμένα:
"Μα, δέν θα κάνει κι άλλες εξετάσεις? Ισως αν το συκώτι του πάει καλύτερα να μπορέσει να γίνει κάποια χημειοθεραπεία..."

Η συμπεριφορά αυτή του ζευγαριού φαντάζει οικεία σε κάθε έλληνα γιατρό. Φαίνεται ότι όταν η ιατρική σηκώνει τα χέρια ψηλά, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από το ημισφαίριο του πλανήτη στο οποίο κατοικούν.
Τον περασμένο Ιανουάριο, η είδηση ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος αποφάσισε να μην εισαχθεί σε νοσοκομείο, αλλά να παραμείνει στη ζεστασιά και τη γαλήνη του σπιτιού του προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση. Για ποιό λόγο άραγε αυτού του είδους οι επιλογές είναι τόσο σπάνιες στις μέρες μας?
Κυριότερος λόγος είναι η αλλαγή της στάσης του κοινού απέναντι στην προοπτική του Θανάτου. Παλιότερα ο θάνατος γινόταν αποδεκτός ως το αναπόφευκτο τέλος της ζωής. οι άνθρωποι πέθαιναν στο κρεβάτι τους τριγυρισμένοι από προσφιλή πρόσωπα. Σήμερα, όλο και περισσότεροι πεθαίνουν στο ψυχρό περιβάλλον των μονάδων εντατικής θεραπείας.
Στην αλλαγή αυτή στάσης καίρια υπήρξε η συμβολή των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Το μήνυμα που σε κάθε ευκαιρία εκπέμπουν είναι οτι δεν υπάρχουν όρια στις δυνατότητες της σύγχρονης ιατρικής και κατά συνέπεια, καμία αποτυχία δεν είναι δικαιολογημένη. Οταν κάτι πάει στραβά κάποιος άλλος φταίει και όχι η ιατρική: οι γιατροί που έδειξαν αμέλεια, το ΕΚΑΒ που καθυστέρησε να στείλει ασθενοφόρο, το γήπεδο που δεν είχε γιατρό, η μονάδα εντατικής θεραπείας που δεν διέθετε κρεβάτι, η γραφειοκρατία που εμπόδισε την έγκαιρη μεταφορά στο εξωτερικό.
αυτή η αντίληψη είναι τόσο εδραιωμένη, ώστε οι περισσότεροι γιατροί αναγκάζονται να συντάσσονται με αυτήν. Συνεχίζουν λοιπόν, τις προσπάθειές τους για τη διατήρηση των αρρώστων στη ζωή, ακόμα και όταν είναι βέβαιοι ότι θα αποβούν άκαρπες.
Οσοι δεν φροντίζουν να χαιδεύουν τ'αυτιά του κοινού, αναγνωρίζουν ευθαρσώς ότι η ιατρική έχει τα όριά της. Τι πρέπει λοιπόν, να κάνει ο γιατρός σάυτές τις περιπτώσεις?
Ο συγγραφέας Ισαάκ Ασίμωφ είχε πει:"Η ζώη είναι ευχάριστη.Ο θάνατος ειρηνικός. Είναι το πέρασμα από τη μιά κατάσταση στην άλλη που δημιουργεί την ενόχληση". Αυτή ακριβώς την ενόχληση καλείται να αμβλύνει ο γιατρός. Γιά να το επιτύχει, όμως, αυτό δεν αρκούν οι καλές προθέσεις. Απαιτούνται δεξιότητες και γνώσεις που μόνον η κατάλληλη εκπαίδευση μπορεί να προσφέρει.
Πριν από την άσκησή της στην ογκολογία, η Ινδή γιατρός που μας περιγράφει την ιστορία του Αυστραλού αρρώστου, είχε σπουδάσει ιατρική ηθική και επικοινωνία με τον άρρωστο.

Από τον Καθηγητή Θ.Μουντοκαλάκη, παθολογίας του Παν.Αθηνών

Παρασκευή, Μαΐου 02, 2008

Σαν παραμύθι...

Μιά φορά κι έναν καιρό...
Κι ένα παλιό ζαμάνι...
Κάναν οι Τούρκοι ραμαζάνι...
Σ ένα τρύπιο καζάνι...
Και τα κομμάτια πέφτανε...
Και το ζουμί ...στεκότανε...

Καλησπέρα του παραμυθιού μας...

Κάποτε κάπου στα παράλια της Μικρασίας καθόταν ο σοφός άνθρωπος
Ναστρεντίν Χότζας στον καφενέ του λιμανιού κι έπινε το καφεδάκι του...
Ξάφνου ακούει φωνές δίπλα του απ τη θάλασσα και βλέπει τον Χαχαμίκο,
τον εβραίο τοκογλύφο, που είχε κατα λάθος πέσει στο νερό και πνιγόταν
μια και δεν ήξερε να κολυμπά, φωνάζοντας απελπισμένος για βοήθεια.

Ο Χότζας απορημένος κοίταξε γύρω του και φώναξε σε όσους χωριανούς
ήταν στον καφενέ, να τρέξουν να τον σώσουν μια και ο ίδιος δεν ήξερε να κολυμπά.
Εκείνοι αδιαφόρησαν και τον μάλωσαν κιόλας λέγοντάς του...

- Μα τί λες και είσαι και σοφός άνθρωπος Χότζα... Αυτός είναι ένας απαίσιος
τοκογλύφος που εκμεταλεύεται για λίγα γρόσια τον κόσμο, τον απομυζεί και ζει απ αυτό.
Θέλεις και να τον βοηθήσουμε? Όλοι του χρωστάμε. Άφησέ τον να πάει κατά την επιθυμία του Αλάχ...

Ο Χότζας σαν ευαίσθητος άνθρωπος που ήταν απάντησε πως παρά το ότι και ο ίδιος του χρωστούσε και αν πνιγόταν θα γλύτωνε απ το χρέος,εν τούτοις ήταν άνθρωπος και δεν θα τον άφηνε να πνιγεί. Και σ αυτόν άξιζε μια βοήθεια.

Οι χωριανοί τον κοίταξαν με απορία και κούνησαν τα κεφάλια τους διαφωνώντας από τις καρέκλες τους. Ο Χότζας σηκώθηκε, πλησίασε στην άκρη της προβλήτας και φώναξε στον πνιγόμενο δυνατά...

- Έλα, δώσε μου το χέρι σου να σε τραβήξω. Κάνε μια προσπάθεια...

Ο τοκογλύφος αρνιόταν πεισματικά...

- Όχι όχι δεν δίνω το χέρι μου...

Τότε ο Χότζας σκέφτηκε -σαν σοφός άνθρωπος που ήταν- ότι αυτός ήταν τοκογλύφος και έτσι δεν είχε μάθει να δίνει.Μόνο να παίρνει... Έτσι του φώναξε...

- Καλά λοιπόν αφού δεν δίνεις το χέρι σου τότε πάρε το δικό μου...

Πρότεινε το χέρι του όσο μπορούσε πιο μακρυά να το φτάνει ο εβραίος, κι εκείνος
απελπισμένος το έπιασε γερά και τράβηξε προσπαθώντας να έρθει έξω.
Αυτή η κίνηση έκανε τον Ναστρεντίν Χότζα -σαν ηλικιωμένος άνθρωπος που ήταν- να χάσει την ισοροπία του και να βρεθεί κι αυτός στο νερό...
Κανείς δεν σηκώθηκε να τους βοηθήσει παρά τις φωνές και τις επικλήσεις τους. Έτσι πνίγηκαν και οι δύο...



Ηθικά διδάγματα έχει πολλά η ιστορία...
Το πιό σημαντικό είναι πως δεν μπορείς να βοηθήσεις κανέναν και δεν έχεις και το δικαίωμα να το κάνεις, αν ο ίδιος δεν επιθυμεί με ζήλο να βοηθηθεί...


Καλό μήνα να έχουμε όλοι...
Τουλάχιστον καλύτερο απ τον προηγούμενο...

Πέμπτη, Απριλίου 17, 2008

Ο δέκατος τέταρτος άνθρωπος

Οκτώβριος 2007

Άλλο ένα Σαββατοκύριακο χωρίς κάτι προγραμματισμένο. Στο κινητό μου καλεί ο κολλητός μου φίλος Δ. Απαντώ...

- Ελα
- Ελα
- Τι γίνεται?
- Τίποτα. Εσύ?
- Κάτι σκέφτηκα
- Τι?
- Πάμε κάπου?
- Πού?
- Στον Μ.
- Λουτράκι? Τώρα?
- Τώρα?
- Έλα πάμε
........................................................

Μιά ώρα αργότερα 2 ίδια μηχανάκια φορτωμένα για εκδρομή με τα απαραίτητα, ταξιδεύουν στην Εθνική. Τα καλοσωρίσματα και οι χαιρετούρες γίνονται ταξιδεύοντας χάρη στην τεχνολογία.

Έξοδος προς Λουτράκι. Δεξιά. Στάση στο supermarket SPAK για προμήθειες (κάρβουνα, παϊδάκια, κρασί -ξέρετε εσείς) και μετά 20 λεπτά άφιξη στον Μ. Καλοσώρισμα απ τη Τζίλντα, τον Μπάμπη και τον Αζώρ με γαφ γουφ και κουνήματα ουρών. Τακτοποιούνται τα εφόδια στο ψυγείο και φτιάχνω καφέ που καταναλώνεται ήσυχα στη βεράντα με θέα τον Κορινθιακό....

Το σπίτι του Μ. είναι από εκείνα τα αυθαίρετα που βρίσκονται προς το βουνό εκτός πόλεως, μέσα σε δήθεν κτήματα με ελιές. Αποτελείται από μια ...νυχτερινή λαθραία κατασκευή από ελενίτ επενδυμένο με τούβλο μεταγενέστερα, κουζίνα, εξωτερική τουαλέτα, μεγάλη αυλή και 2 μεγάλες βεράντες, μιά απ τη μεριά της εισόδου που βλέπει το δρόμο με θέα στο βουνό και μιά στην πίσω μεριά με θέα στον Κορινθιακό.
Όταν βραδυάζει και το σκοτάδι κρύβει την ασχήμια της τοποθεσίας καθώς και τα σκουπίδια και παλιόχαρτα που βρίσκονται αγκιστρωμένα στα μισοξαπλωμένα στο χώμα συρματοπλέγματα των ιδιοκτησιών, το μέρος ομορφαίνει. Τα φώτα της πόλης μακρυά, καθώς και των πλοίων που περνούν τον δίαυλο, συντελούν αποφασιστικά στη μεταμόρφωση του φόντου.
Έχουμε περάσει όμορφες μέρες εκεί με χαρές, γέλια, πειράγματα, μάσες και μπουκάλια κόκκινο μπρούσκο κρασί, αλλά και άλλες απελπιστικά ήσυχες, λες και βρισκόμαστε για αυτογνωσία σε κάποιο ασκηταριό στην Πρέσπα...
Το σπίτι εντούτοις διαθέτει τις στοιχειώδεις ανέσεις όπως κρεββάτια, ράντσα (πάνω στα οποία απλώνονται φιλόξενα οι υπνόσακκοί μας για να μας ζεστάνουν το βράδυ) κουζίνα και επίσης τηλεόραση (φυσικά απρόμαυρη) και ως εκ τούτου και ρεύμα. Ακόμη προσφέρει και ...εξωτερική τουαλέτα. Η μόνη μας αδυναμία είναι η έλλειψη παροχής νερού διότι το σπίτι είναι αυθαίρετο και ο Δήμος Λουτρακίου ...δεν δίδει, δήθεν για να μη χαλάσει τον υδροφόρο ορίζοντα του εργοστασίου εμφιάλωσης πρών Καραντάνη και νυν PEPSICO. Έτσι σε κάθε μας επίσκεψη κάποιος προσφέρεται με τη θέλησή του να πάει να φέρει νερό απ τη μιά και μοναδική βρύση που έχει φροντίσει η καλή εταιρία PEPSICO να αφήσει έξω απ το εργοστάσιο, ώστε να εξυπηρετούνται οι ...λαθραίοι κάτοικοι της περιοχής.
Το βράδυ πέρασε με μπριζόλες, χωριάτικη, πατάτες τηγανιτές και κόκκινο κρασί ήσυχα στην πίσω βεράντα. Κάποιες στιγμές ακούγονταν μόνο οι ...ευχαριστημένες οδοντοστοιχίες των τριων φυλάκων μας που αποτέλειωναν ότι έμενε απ τις δικές μας...
Αγνάντεμα στον Κορινθιακό, λίγες αμπελοφιλοσοφίες,ύπνος...
......................................................................

Όταν έφεξε ο ήλιος -κόκκινος ακόμη- ήπια τον πρώτο σκέτο ελληνικό της μέρας στην αγαπημένη μου πίσω βεράντα με τον Μπάμπη και τον Αζώρ ξαπλωμένους τεμπέλικα στα σκαλιά, ενώ η Τζίλντα είχε βάρδια να προσέχει τα μεταφορικά μας μέσα.
Μετά τον καφέ αποφάσισα να πάω να φέρω νερό απ τη γνωστή βρύση. Έτσι γέμισα τις πλαινές βαλίτσες της HONDA με έναν σεβαστό αριθμό από άδεια μπουκάλια νερού του 1 1/2 λίτρου (Καραντάνη φυσικά) και αναχώρησα γνέφοντας με νόημα στους αγουροξυπνημένους φίλους και σκύλους, εξηγώντας έτσι τις προθέσεις μου.

Μετά 5 λεπτά της ώρας έφτασα στην κοινόχρηστη βρύση -που σημειωτέον διαθέτει και κιόσκι και παγκάκια παρακαλώ. Άρχισα το κουβάλημα των άδειων φιαλών νερού όταν άκουσα μια φωνή να μού λέει καλημέρα. Είπα καλημέρα μηχανικά και ένα χέρι βοήθειας άρχισε να ξεβιδώνει τα καπάκια απ τις φιάλες ώστε να είναι έτοιμες γιά γέμισμα. Τότε γύρισα και είδα απορημένος έναν κοστουμαρισμένο και γραββατωμένο παππού, δίπλα μου στο παγκάκι, να με κοιτάει με ένα -ίσως και να μου φάνηκε- χαμόγελο λύπησης.
Τελείωσα γρήγορα την διαδικασία ανεφοδιασμού και ο παράξενος παππούς με προσκάλεσε να καθίσω κάνοντας χώρο δίπλα του. Με ρώτησε διάφορα. Από που είμαι, που πάω, πως με λένε και άλλα πολλά που δεν θυμάμαι πιά. Τότε σηκώθηκε όρθιος και άρχισε με στεντόρια αλλά τονικά πάνσωστη φωνή να τραγουδάει εμβατήρια και αντάρτικα τραγούδια (που τα θυμόταν όλα?). Μούδιασα... Τρελλός η παλληκάρι????

Έμεινα σκεπτόμενο κάγκελο.....

Όταν ...ολοκλήρωσε το πρόγραμμα, τον ρώτησα που μένει. Πρόσεξα πως είχε στα πόδια δίπλα του 3 πλαστικές σακκούλες αποφόρια.Κάλτσες πουλόβερ, παντελόνια και εσώρουχα πεντακάθαρα και σιδερωμένα.

- Εδώ μένω
- Εδώ που?
- Εδώ εδώ...
- Στη βρύση?
- Ναί γιατί?
- Δεν έχεις σπίτι?
- Έχω 3. Ένα για κάθε μου παιδί...
- Και δικό σου?
- Εγώ έχω παντού

Λασκάρισε τη γραββάτα του...

- Έχω τώρα εδώ και μετά όπου θέλω. Κάθε μέρα αλλού.

Δεν είπα τίποτα. Δεν έμοιαζε άνθρωπος που ζει στους δρόμους σκέφτηκα.
Για 15 λεπτά δεν αλλάξαμε κουβέντα...
Μετά ρώτησα...

- Γιατί μίλησες σ εμένα?
- Γιατί έσκασα
- Γιατί έσκασες?
- Γιατί είσαι ο δέκατος τέταρτος άνθρωπος ως τώρα, που δε μου λέει καλημέρα...
- Μα είπα...
- Ναι αλλά αν δεν έλεγα δε θάλεγες...

Ήρθαν τα χειρότερα... Εκτός από αποσβολωμένος έμεινα και μαλάκας. Εντελώς όμως...

- Συγνώμη... ψέλλισα
- Ευχαριστώ για τη βοήθεια...

Έφυγα σαν κλέφτης προς τη μηχανή χωρίς τα νερά...
Δάκρυσα.... Ντράπηκα.... Διαλύθηκα...

- Νάσαι καλά άκουσα πίσω μου. Δε κάνει τίποτα....
.....................................................................

Θυμήθηκα τα νερά και γύρισα πίσω να τα πάρω μετά δέκα λεπτά. Κυρίως ήθελα να τον ξαναδώ. Να κουβεντιάσω, ίσως και ...να τον ακουμπήσω. Δεν ήταν κανένας εκεί... Μόνο τα γεμάτα εναμισόλιτρα.
Κάθισα στο παγκάκι -μόνος ευτυχώς- και έκλαψα στις χούφτες μου δεν ξέρω για πόσο...

Από τότε μου έβαλα όρο απαράβατο, να λέω πάντα πρώτος ΚΑΛΗΜΕΡΑ. Με χαμόγελο. Από καρδιάς. Ούτε τυπικά, ούτε μίζερα, ούτε προσβλέποντας σε δημόσιες σχέσεις, ούτε δήθεν.

Γύρισα πίσω στο σπίτι, άφησα τα νερά, φόρτωσα τη Dolly και έφυγα αμέσως. Οι φίλοι έμειναν εκεί.

- Γιατί φεύγεις έτσι?
- Γιατί τώρα είμαι καλά...

Ο Δ. κατάλαβε. Ο Μ. δεν το έψαξα...

.................................................................................

Σε λίγα λεπτά η DOLLY χαμογελώντας με νόημα, διακοσάριζε χαρούμενη προς Μέγαρα.....

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

Η ΕΣΧΑΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ!!!

Ο Ντβαρ Εβ συγκόλλησε τελετουργικά με χρυσάφι την τελική σύνδεση. Τα μάτια μιάς ντουζίνας από κάμερες τηλεοράσεως τον παρατηρούσαν κι ο υποαιθέρας μετέδιδε στο Σύμπαν μιά ντουζίνα εικόνες αυτού που έκανε.
Μετά ορθώθηκε κι έκανε μιά καταφατική κίνηση του κεφαλιού στον Ντβαρ Ρειν. Επειτα προχώρησε και πήγε και στάθηκε πλάι στον διακόπτη. όταν τον ανέβαζε θα συμπλήρωνε την επαφή. Και τότε αυτός ο διακόπτης θα συνέδεε, μονομιάς όλες τις τερατώδεις υπολογιστικές μηχανές, όλων των κατοικημένων πλανητών του Σύμπαντος-ενενήντα έξι δισεκατομμύρια πλανήτες- σ'ένα υπερκύκλωμα. θα τους συνέδεε όλους σ'έναν υπερυπολογιστή, μιά μηχανή κυβερνητικής που θα συνδύαζε τη γνώση απ'όλους τους γαλαξίες.
Ο Ντβαρ Ρειν μίλησε σύντομα στα τρισεκατομμύρια που τον έβλεπαν και τον άκουγαν. Επειτα σώπασε για μιά στιγμή και τελικά είπε
-Τώρα Ντβαρ Εβ!

Ο Ντβαρ Εβ ανέβασε τον διακόπτη. Ακούστηκε ένας δυνατός βόμβος. Ηταν η ροή η δύναμη που αποδεσμευόταν από ενενηντα έξι δισεκατομμύρια πλανήτες. Φώτα αναβόσβησαν και μετά σταθεροποιήθηκαν σ'όλη την απέραντη επιβάνεια του πίνακα ελέγχου που ήταν ολόκληρα μίλια μακρύς.
Ο Ντβαρ Εβ έκανε ένα βήμα πίσω και πήρε μιά βαθιά αναπνοή.
-Η τιμή να κάνετε την πρώτη ερώτηση είναι δική σας. Ντβαρ Ρειν
-Ευχαριστώ, είπε ο Ντβαρ Ρειν, Θα είναι μιά ερώτηση στην οποία καμιά μηχανή κυβερνητικής δεν μπόρεσε ως τώρα να απαντήσει.
Γύρισε και αντιμετώπισε τη μηχανή.
-Υπάρχει Θεός?

Η δυνατή φωνή απάντησε χωρίς δυσταγμό, χωρίς ν'ακουστέι ούτε ένα "κλικ" από κανένα διακόπτη.
-Ναι, τώρα υπάρχει ένας Θεός.

Ξαφνικός τρόμος αλλοίωσε το πρόσωπο του Ντβαρ Εβ.
Ορμησε ν'αρπάξει τον διακόπτη.
Μιά αστραπή κι ένας κεραυνός από τον ανέφελο ουρανό τον χτύπησε και τον έριξε κάτω λιώνοντας τα μέταλλα του διακόπτη και κλείνοντάς τα για πάντα.


Φρέντρικ Μπράουν 1961

Πέμπτη, Απριλίου 03, 2008

ΤΑ ΡΟΔΑΚΙΑ


Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που είχε ένα σκυλάκι. Ήταν πολύ δεμένοι και πήγαιναν παντού μαζί. Το πρωί την συνόδευε στο σχολείο και το μεσημέρι γύριζαν από το πιο μακρινό δρόμο για να πλατσουρίσουν στην όχθη του ποταμού ή να τρέξουν στα χωράφια.
Μια μέρα καθώς το σκυλάκι διέσχιζε το δρόμο το κτύπησε ένα αυτοκίνητο.Όταν το σκυλάκι ξύπνησε ήταν ξαπλωμένο στο καναπέ του σπιτιού και από πανω του ήταν ο κτηνίατρος της περιοχής. Στα δυο πισινά του ποδιά είχαν βάλει γύψους και τα ένιωθε πολύ βαριά. Μάταια προσπαθούσε να σηκωθεί όταν άκουσε το κορίτσι να έρχεται. Το κορίτσι έτρεξε κοντά του όταν το αγκάλιασε, ο πόνος που αισθανόταν το σκυλάκι μειώθηκε αμέσως. Το κορίτσι ρώτησε τον πατέρα του τι είχε συμβεί. Ο πατέρας της διηγήθηκε το ατύχημα και στο τέλος της είπε πως το σκυλί δεν θα μπορούσε να ξαναπερπατήσει. Η κοπέλα τρομοκρατήθηκε, κοίταξε το σκυλάκι και μετά έτρεξε στο δωμάτιο της.
Την επόμενη το κορίτσι έφυγε για το σχολείο χωρίς να πάει να δει το σκυλάκι της. Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο το κορίτσι απομακρυνόταν. Ο πατέρας που δεν μπορούσε να βλέπει το σκυλάκι καθηλωμένο στο καναπέ χωρίς την παλιά του ζωντάνια, προσπάθησε να βρει ένα τρόπο για να φτιάξει την διάθεση του. Σκέφτηκε λοιπόν να κατασκευάσει δυο ροδάκια για να διευκολύνει την μετακίνηση του. Στην αρχή το σκυλάκι έπεφτε και γλιστρούσε αλλά λαχταρούσε τόσο πολύ να πάει να βρει το κορίτσι, που τα κατάφερε. Έμαθε να κινείται με τα ροδάκια. Πήγε στο δωμάτιο του κοριτσιού όλο χαρά για να της δείξει πως τώρα πια μπορούσαν να παίξουν όπως παλιά, γύριζε γύρω γύρω στη καρεκλά της και την προκαλούσε να σηκωθεί, για να πάνε έξω να τρέξουν. Η κοπέλα όμως έβλεπε μόνο τα ροδάκια. Δεν αναγνώριζε το αγαπημένο σκυλάκι της. Τότε το σκυλάκι απογοητευμένο βγήκε από το δωμάτιο με το κεφάλι του σκυμμένο. Αργά την νύχτα όταν όλοι κοιμήθηκαν το σκυλάκι έφυγε από το σπίτι. Περιπλανιόταν στους έρημους δρόμους της πόλης χωρίς προορισμό, το μόνο που σκεφτόταν ήταν γιατί το κορίτσι δεν το αγαπούσε πια. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν πως μετακινιόταν με ένα διαφορετικό τρόπο, αλλά δεν είχε αλλάξει το ίδιο το σκυλάκι ούτε τα αισθήματα του.
Όταν ξημέρωσε το σκυλάκι πήγε στο προαύλιο του σχολείο και κάθισε σε μια απόμερη μεριά. Στο διάλειμμα τα παιδία το κοίταζαν περίεργα και γελούσαν με αυτό το αλλιώτικο σκυλί που είχε ροδάκια αντί για ποδιά. Η κοπέλα άκουσε τα γέλια των υπόλοιπων και πλησίασε να δει τι συμβαίνει. Τότε είδε το σκυλάκι της κουρελιασμένο να την κοιτά με παράπονο. Έτρεξε κοντά του πικραμένη, από τον τρόπο που είχε φερθεί στο σκυλάκι όλες αυτές τις μέρες. Το πήρε στην αγκαλιά της και του ψιθύρισε πως δεν θα άφηνε κανένα να του κάνει κακό και πως το αγαπάει με την διαφορετικότητα του η οποία το κάνει μοναδικό.

Τρίτη, Απριλίου 01, 2008

Μια πραγματική ιστορία

Σ' ένα χωριό στη Σκοτία, αρχές του 1890.

Μια βροχερή και χειμωνιάτικη μέρα, όπως σχεδόν όλες.

Ένας γεροδεμένος άντρας καταγινόταν στο χωράφι του, προσπαθώντας έτσι να κερδίσει τον επιούσιο για την οικογένειά του.
Ξαφνικά άκουσε μια φωνή να καλεί σε βοήθεια από το γειτονικό βάλτο. Αμέσως ο φτωχός αγρότης παράτησε τα εργαλεία του και έτρεξε προς τα εκεί, όπου βρήκε ένα νέο αγόρι χωμένο ως τη μέση στη λάσπη να κραυγάζει απελπισμένα προσπαθώντας να ελευθερωθεί.
Ο αγρότης καθησύχασε το αγόρι και σε λίγο κατάφερε να το τραβήξει απ' τη λάσπη, σώζοντάς το από βέβαιο θάνατο.

Την επόμενη μέρα μια πολυτελής άμαξα έφτασε στο σπίτι του. Ένας πλούσιος και όπως φαινόταν από αριστοκρατική γενιά άντρας κατέβηκε και συστήθηκε ως ο πατέρας του αγοριού που είχε σώσει ο αγρότης.
"Θέλω να σας ανταμείψω. Σώσατε τη ζωή του γιου μου" είπε ο καλοντυμένος άντρας στον αγρότη. "Δεν μπορώ να δεχτώ πληρωμή γι' αυτό που έκανα", του απάντησε εκείνος. Την ίδια στιγμή ο μικρός γιος του αγρότη βγήκε στην πόρτα του φτωχικού τους.
"Είναι γιος σας;" Ρώτησε ο επισκέπτης. "Μάλιστα" απάντησε με υπερηφάνεια ο αγρότης. "Τότε σας προτείνω κάτι: Να μου επιτρέψετε να προσφέρω στο γιο σας την ίδια εκπαίδευση με το δικό μου, που χωρίς τη δική σας παρέμβαση δε θα ζούσε".
Ο αγρότης δέχτηκε με μεγάλη χαρά κι έτσι ο γιος του φοίτησε στα καλύτερα σχολεία και στο τέλος πήρε το δίπλωμά του από την Ιατρική Σχολή του Νοσοκομείου St. Marie του Λονδίνου. Μέσα σε λίγα χρόνια ήταν ένας από τους πιο ξακουστούς γιατρούς του κόσμου.
Πολύ αργότερα ο γιος του αριστοκράτη άντρα που είχε σωθεί μικρός στο βάλτο, προσβλήθηκε από πνευμονία. Κόντεψε να πεθάνει, όμως σώθηκε χάρη στην πενικιλίνη που είχε εφεύρει ο διάσημος πλέον γιατρός, ο γιος του φτωχού αγρότη.

Το όνομά του; Αλέξανδρος Φλέμινγκ.
Το όνομα του γιου του αριστοκράτη Άγγλου που σωζόταν για δεύτερη φορά από την ίδια οικογένεια; Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 18, 2008

Καθηγητής Πολυτεχνείου, ετών 57

Κάνει κρύο , παρά τον λαμπερό ήλιο…
Έχω αράξει το μηχανάκι στην πύλη και προχωράω στον χαλικόστρωτο διάδρομο του κήπου…
Κανείς στον κήπο. Οι τρόφιμοι κρυώνουν.
Μπαίνω στο κτίριο, ανεβαίνω στον πρώτο όροφο.
Είναι όλοι εκεί! Παίρνω το καλωσόρισμά τους από τα απλανή μάτια τους και ψάχνω την γνώριμη φιγούρα που στην γωνιά, σκυμμένος επάνω από κάποιες λευκές κόλες χαρτί παλεύει (προφανώς πολλή ώρα τώρα) να συντάξει μία και μοναδική λέξη.
Ας του δώσουμε ένα όνομα για να συνεννοούμαστε. Όλες οι ανθρώπινες υπάρξεις δικαιούνται να έχουν ένα όνομα …
Ας τον πούμε λοιπόν …Όθωνα.
- Καλημέρα Όθωνα! Χρόνια πολλά !
- Φίλε μου ! Αδελφέ μου !
Φωτίστηκε η φάτσα του! Και μόνο γι αυτήν την εικόνα , αξίζει η διαδρομή μέχρι το ..ίδρυμα…
Κάτσαμε στην γωνιά , είπαμε τα δικά μας (τα δικά του δηλαδή, όπως αυτός μπορεί να τα εκφράσει), κάψαμε 5-6 τσιγάρα μαζεμένα, μου μιλάει και μου δείχνει μια ζωγραφιά που έχει φτιάξει για μένα (μία «παιδική» ζωγραφιά σαν και τις υπόλοιπες που μου δίνει κάθε φορά που πάω και που τις φυλάω σαν φόρο τιμής στην χαμένη και ταλαιπωρημένη ψυχή του).

Η ώρα έχει περάσει και μάλλον πρέπει να φύγω.
- Α! Ο κύριος καθηγητής ! Να σας συστήσω τον φίλο μου και παλιό μου συμμαθητή τον Μάνο !

Μπροστά μου ένας αδύνατος, μετρίου αναστήματος ανθρωπάκος. Πεντακάθαρος , με περιποιημένο το μουσάκι του , τυλιγμένος σε ένα παλιό αλλά φροντισμένο παλτό , κρατά στα χέρια του ένα ντοσιέ.
Καθηγητής Πολυτεχνείου, ετών 57 όπως μου συστήθηκε , πριν 15 χρόνια… δεν άντεξε και από τότε είναι εδώ μέσα.
ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΕ !!!!!!!!! Έτσι μου είπε! Έτσι το βίωσε!
Δεν άντεξε …….
Ο λόγος του συγκροτημένος, είναι φανερό ότι δεν λέει ψέματα. Είναι μία παραφωνία ανάμεσα στους άλλους τροφίμους.
Ευγενέστατος!
Μιλάμε και οι τρεις (ο καθένας στην δική του συχνότητα, αλλά παρ’ όλα αυτά κάτι βγαίνει).
Ξαφνικά ο κος καθηγητής σταματά να μιλά στην μέση μίας φράσης του. Το βλέμμα του πετρώνει συγκεντρωμένο σε κάποιο (απροσδιόριστο σε μένα) σημείο…. Τόσο άδεια μάτια δεν έχω ξαναδεί ! Λίγο σάλιο τρέχει από την άκρη των χειλιών του.

Τα έχω παίξει! Δεν ξέρω τι να κάνω! Ρίχνω μια ματιά στον Όθωνα. Σαν να μην συμβαίνει τίποτε!
Σε λίγο ο κος καθηγητής ξανάρχεται στην πραγματικότητα. Ζωηρεύει το βλέμμα του.
Με κοιτάει (λίγο περιπαιχτικά , η μου φαίνεται ;; ), σκουπίζει το στόμα του με ένα καθαρό, άψογα διπλωμένο μαντήλι και συνεχίζει την κουβέντα από εκεί που την είχε αφήσει.
Κάποια στιγμή έρχεται η ώρα να φύγω.
Με συνοδεύουν μέχρι την έξοδο του κτιρίου. Ένα σταυρωτό φιλί από τον Όθωνα και μία θερμή, δυνατή, ειλικρινή χειραψία από τον κο καθηγητή.
Τους αφήνω ! Τον Όθωνα να γυρίσει στην στίβα με τις λευκές σελίδες μπας και καταφέρει να συντάξει εκείνη την μοναδική λέξη και τον κο καθηγητή να βουτήξει στο ντοσιέ του με τις εκθετικές , τα ολοκληρώματα , τα θεωρήματα…..

Κάθε φορά φεύγω από εκεί μέσα κομμάτια. Προχθές όμως …..

Κινδύνεψα μέχρι να φτάσω στο σπίτι. Καβάλα στην μηχανή , αφηρημένος , συγχυσμένος , με σφηνωμένα τα ακουστικά του i-pod στα αυτιά μου και την ένταση στο φουλ με τους pink floyd να με καλούν: «welcome my son… welcome to the machine».

Χαμένες ψυχές , χαμένα μυαλά , χαμένες ζωές.
Πλούσιος και φτωχός, μορφωμένος και αμόρφωτος, βρώμικος και καθαρός.
Πεταμένοι και ξεχασμένοι αχταρμάς σε ένα «ίδρυμα»….

Γραμμένο από τον Μάνο σε μιά ανάρτηση του φόρουμ του εναλλακτικού πόρταλ αναπηρίας του Χρήστου από τον Βόλο

Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2008

Ο χορός της καρδιάς και της ψυχής

Το κορίτσι η Ma Li ήταν επαγγελματίας με πολλά υποσχόμενη καριέρα ως μπαλαρίνα όταν έχασε το δεξιό της χέρι της σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα το 1996.
Ήταν μόνο 19, το πολύ όμορφο αγόρι που είχε εκείνη την εποχή την εγκατάλειψε . Προσπάθησε να σκοτωθεί αυτό που την έκανε να σωθεί ήταν μόνο η σκέψη από τους γονείς της. Η αγάπη της για τους γονείς της της έδωσε τη δύναμη για να ζήσει.

Έμαθε πώς να ζει τη ζωή της ανεξάρτητα. Έμαθε πώς να γράφει τα κινέζικα υπέροχα και πώς να κάνει πολλά πράγματα συμπεριλαμβανομένου του να χτενίζει τα μαλλιά της, τα οποία έπρεπε να κόψει από το μέση-μήκος .
Έμαθε να μαγειρεύει και να πλένει τα ρούχα της...

Σε μερικούς μήνες άνοιξε το μικρό βιβλιοπωλείο της.
Πέντε χρόνια αργότερα το 2001, κλήθηκε για να διαγωνισθεί στον 5ο εθνικό ειδικό διαγωνισμό τέχνης εκτέλεσης για άτομα με αναπηρίες και κέρδισε το χρυσό μετάλλιο.
Εκείνη η επιτυχία της έδωσε την ελπίδα να επιστρέψει στο αγαπημένο είδος το μπαλέτο.
Το 2002, ένας όμορφος 20-χρονών νεαρός άνδρας (Li, Tao) την ερωτεύτηκε τρελλά.
Η προηγούμενη εμπειρία της την έκανε να τον απομακρυνθεί από αυτόν από φόβο μήπως πληγωθεί πάλι.
Αφότου εξαφανίστηκε στο Πεκίνο, εκείνος την έψαξε παντού παρά τις δυνατές αντιρρήσεις και τον εμπαιγμό των γονέων του.
Την βρήκε τελικά σε μπαρ όπου εκείνη εργαζόταν. Δεν έχουν χωριστεί ποτέ από τότε.

Το 2002 λοιπόν, ήταν μια εποχή πολύ δύσκολη γιατί η επιδημία SARS είχε επηρεάσει ακόμη και τα θέατρα που ήταν κλειστά.
Το 2004, πήρε μια άδεια για να είναι ο νόμιμος πράκτορας της και προσπαθούσε να την βοηθήσει να αναπτύξει μια καριέρα όπως της άρμοζε. Σε μια κρύα νύχτα με χιόνι, όταν βρίσκονταν ξυλιασμένοι και οι δυο τους σε μια υπόγεια διάβαση για να περιμένουν την ανατολή του ήλιου προκειμένου να πάρουν το λεωφορείο μετά από μια κουραστική ημέρα σε κάποια κινηματογραφικά γυρίσματα που τα είχαν σαν συμπλήρωμα εισοδήματος, εκείνη είχε ξαφνικά την εσωτερική ώθηση να χορέψει στο χιόνι μαζί του.

Είχε χρησιμοποιήσει το χορό της για να του πει την ιστορία της τόσα πολλά χρόνια πριν από και αυτή τη φορά, μετά από "το χορό τους" που τελείωσαν, ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ΑΥΤΌ πρέπει να είναι η μοναδική απόδοσή της, το "σενάριο" για τον χορό της.

Τον Σεπτέμβριο του 2005, πήγε κατευθείαν σε έναν 21-χρονών νεαρό άνδρα (Zhai, Xiaowei). Εκπαιδευόταν για να είναι ποδηλάτης για τους εθνικούς ειδικούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν είχε χορέψει ποτέ πριν. Σκαρφαλώνοντας σε ένα τρακτέρ όταν ήταν 4 ετών , έπεσε από αυτό και έχασε το αριστερό πόδι του.
Ο μπαμπάς του τον ρώτησε,
- Ο γιατρός είπε ότι θα πρέπει να κόψει το πόδι σου. Φοβάσαι;"
Δεν μπορούσε να καταλάβει αυτό που θα ήταν τόσο διαφορετικό έτσι είπε όχι.
Ο μπαμπάς του του είπε, " πρόκειται να αντιμετωπίσεις πολλές προκλήσεις και οι δυσκολίες στη ζωή, αυτό σε φοβίζει;"
Το παιδί ρώτησε,
- Τι είναι" προκλήσεις και δυσκολίες;" Είναι καλά?;"
Ο μπαμπάς του γέλασε μαζί με τα δάκρυα του,
- Ναι, είναι κάτι όπως οι αγαπημένες καραμέλες σου. Πρέπει ακριβώς να τρως ένα κομμάτι σε έναν χρόνο!"
(Έπειτα ο μπαμπάς του έτρεξε από το δωμάτιο πνιγμένος στα δάκρυα.)
Έτσι ήταν και παρέμεινε ένας πολύ αισιόδοξος και αθλητικός τύπος με μια μεγάλη αίσθηση του χιούμορ.
Είχε δοκιμάσει το άλμα εις ύψος, άλμα εις μήκος, κατάδυση, κολύμπι, και προπονούνταν εν αλλάξ σε όλα αυτά. Ο Προπονητής του πίστευε ότι θα ήταν σε θέση να πάρει 2-3 χρυσά μετάλλια στα εθνικά ειδικά παιχνίδια Ολυμπιακών Αγώνων.
(Στην τηλεοπτική συνέντευξη, μπορείτε να τον δείτε μια γέφυρα με τη μεγάλη ευκολία!)

Αρχικά δεν κατάλαβε πώς θα μπορούσε ο ίδιος "να χορέψει," και τι σήμαινε ακριβώς αυτό. Έτσι η Λι τον προσκάλεσε για να την δει "μαζί" με έναν άλλο χορευτή.
Θεώρησε ότι βρήκε μια τέλεια ψυχή στη σκηνή και συμφώνησε να της δώσει μια ευκαιρία να δει
Η Λι και ο Tao τον φρόντισαν όπως το νεώτερο αδελφό τους και έμεναν κάτω από την ίδια στέγη κατά τη διάρκεια του περισσότερο από 1 έτους εντατικών μαθημάτων και πρακτικής σε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ ο Zhai.

Κανείς δεν θα ήταν σε θέση να φανταστεί το είδος προκλήσεων και δυσκολιών που αντιμετώπισαν. Ο Zhai δεν είχε ΚΑΝΕΝΑ χορευτικό υπόβαθρο και παράλληλα ήταν τελειομανής. Υπάρχουν πολλές σχετικές ιστορίες.
Το πόσο πολύ τελειομανής ήταν το δείχνει η ακόλουθη μικρή ιστορία. Για μια συγκεκριμένη "πτώση", την επανέλαβε και προσγειώθηκε στο σκληρό πάτωμα περισσότερες από 1000 φορές!!!
Αυτό σήμαινε ότι για να νιώσει ότι μπορούσε να το κάνει με τον ακριβή τρόπο που ήθελε την συγκεκριμένη κίνηση, άρχισαν στις 8 π.μ. και πήραν την πρώτη επιτυχή κίνηση αμέσως μετά από 8 μ.μ.!
Το μόνο που έκαναν ήταν να εκπαιδεύεται στην πρακτική από 8 π.μ. σε 11 μ.μ. κάθε μέρα χωρίς να παίρνουν χρήματα απο πουθενά εως τις αρχές του 2007...

Το υπόλοιπο είναι ιστορία.
Τον Απρίλιο ήταν ένα ζευγάρι από τους finalists μεταξύ 7000 ανταγωνιστών στον 4ο διεθνή διαγωνισμό χορού για άτομα με ειδικές ανάγκες ( CCTV )

Είναι την πρώτη φορά που ζευγάρι από άτομα με ειδικές ανάγκες μπήκαν σ΄αυτόν. Κέρδισαν το ασημένιο μετάλλιο με το υψηλό αποτέλεσμα 99,17 και χωρίς να αναφερθούν οι υψηλότερες δημοφιλείς ψηφοφορίες ακροατηρίων.

Έγιναν ένα στιγμιαίο εθνικό σύμβολο.

Το πιό πάνω κείμενο είναι της Ελίνας μιάς συμμετέχουσας στο ειδικό portal του Χρήστου
Αποτελεί μετάφραση της ίδιας από ξένη πηγή της ιστορίας των δύο αυτών παιδιών η οποία την συγκλόνισε. Επίσης έψαξε και βρήκε και το πιό κάτω video των παιδιών επί σκηνής.
ΔΕΙΤΕ το, και προσέξτε ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει αναπηρία πάνω σ'αυτά τα τσακισμένα κορμιά!! Μόνο έκφραση συναίσθημα, αρμονία.
Προσέξτε εκτός από την έκφραση των σωμάτων... και την έκφραση στα πρόσωπά τους, αλλά και τον αντίκτυπο στα πρόσωπα των θεατών!!
Τέτοια έκφραση πρέπει να είχε και το δικό μου πρόσωπο, και τέτοια δάκρυα ένοιωσα να υγράινουν τα μάτια μου!!


Τρίτη, Ιανουαρίου 01, 2008

Πάει ο παλιός ο χρόνος....

Σε μνήμη όλων των δέντρων που κάηκαν για την απληστία των ανθρώπων.
Σε ανάμνηση όλων των δέντρων που κόπηκαν για την Χριστουγεννιάτικη ματαιοδοξία των ανθρώπων.

Αν μπορούσε να μιλήσει ένα δέντρο...

..."Γκαπ-γκουπ" ακούστηκε το τσεκούρι του κυρ-Παντελή και το καταπράσινο δέντρο σωριάστηκε στη γη μ'έναν δυνατό θόρυβο.
Ήταν το τελευταίο δέντρο που έκοβε για σήμερα ο κυρ-Παντελής, ο φημισμένος ξυλοκόπος. Έκοβε όποιο δέντρο έβρισκε μπροστά του, αρκεί να γέμιζε το μάτι του πως θα του έδινε αρκετή ξυλεία.
Σκούπισε τον ιδρώτα του και άρχισε να μετρά τα κομμένα του δέντρα, όταν άκουσε ένα σιγανό κλάμα. Κοίταξε από δω, κοίταξε από εκεί, δεν είδε τίποτα! Το κλάμα συνέχισε να ακούγεται όλο και πιο λυπητερό. Ακουγόταν από χάμω,μέσα από το τσαλαπατημένο χορτάρι.Έστησε αυτί ο κυρ-Παντελής κι έσκυψε κατά τη γη. Κι εκεί ανάμεσα στα χοντροπάπουτσά του, πάνω σ'ένα σωρό πριονισμένα κλαριά, ανακάλυψε ένα αστείο, μικρό, κουρελιασμένο ανθρωπάκι (ίσαμε την παλάμη του) να κλαίει με μαύρο δάκρυ.
Αναταράχτηκε ο σκληρός ξυλοκόπος.
- Ποιος είσαι του λόγου σου? το ρώτησε.
Και΄κείνο με μια τσιριχτή και γεμάτη βάσανο φωνή του είπε:
- Είμαι το ξωτικό, η ψυχή απ΄ αυτό το πεύκο που είχε τόση ζωή μπροστά του κι εσύ το κατάντησες ένα σωρό από νεκρά κλαριά και φύλλα.
- Μα τα δέντρα πρέπει να κόβονται,είπε ο κυρ-Παντελής, για να γίνεται πιο εύκολη η ζωή των ανθρώπων.
- Ναι! συμφώνησε το ξωτικό, αλλά εσείς οι άνθρωποι καταστρέφετε ό,τι βρεθεί μπροστά σας χωρίς να κάνετε διαχωρισμούς!
Για σκέψου πόσος πολύς χρόνος χρειάζεται για να μεγαλώσει ένα δέντρο του δάσους. Μόνο του πρέπει να μάθει να προσαρμόζεται και στις πολλές βροχές και στην ξηρασία. Μικρό και λίγο-λίγο πετάει την κορφούλα του για να πάρει και αυτό, τον λίγο ήλιο ανάμεσα απ΄ τα άλλα ψηλά δέντρα. Κι ύστερα, όταν βγάλει το πρώτο του φύλλωμα δέχεται τα πουλιά, τα έντομα, τα μικρά ζώα και γίνεται ένα καταφύγιο για τους μικρούς κατοίκους της φύσης.
Προστατεύει ό,τι ζει μέσα του. Δίνει ασφάλεια και πολλές φορές τροφή απ΄ τον ίδιο του τον εαυτό. Δίνει την σκιά του για να ξεκουραστούν οι εκδρομείς του δάσους και τα ριγμένα του ξερόκλαδα για ν΄ανάψουν φωτιές και να ζεσταθούν. Μόνο του καταπολεμά τις αρρώστιες του. Σπάνια οι άνθρωποι ενδιαφέρονται γι΄ αυτό και πολλές φορές του βάζουν φωτιά ή χωρίς να το θέλουν ή επίτηδες.
- Μα!...πήγε να διαμαρτυρηθεί ο κυρ-Παντελής, αλλά το ανθρωπάκι τον διέκοψε μ΄ένα νεύμα.
- Σταμάτα, σταμάτα, του είπε όλο φούρια, έχω κι άλλα να σου πω.
Ξεχνάς κι εσύ, όπως όλοι οι άλλοι, εκείνη τη θαυμάσια διαδικασία της απελευθέρωσης του οξυγόνου? Μήπως δεν μας αποκαλείτε εμάς τα δέντρα "πνεύμονες των πόλεων"?
Σας δίνουμε το ξύλο μας.Σας δίνουμε την αίσθηση του ερχομού της Άνοιξης με τους πρώτους μας ανθούς.Ακόμα και τα φύλλα μας τα κάνετε βότανα και μυρωδικά.
Τώρα το ξωτικό μιλούσε χωρίς σταματημό και κουνιόταν νευρικά πάνω στο σωρό τα κλαριά. Ο κυρ-Παντελής έστεκε κι αυτός σαν πελεκημένο κούτσουρο.
- Δεν έχω πολύ καιρό, πρέπει να σου τα πω όλα, είπε η αναστατωμένη του πεύκου ψυχή.
Είσαστε άκαρδοι οι άνθρωποι, συνέχισε.Ακόμα και για τα δέντρα που είναι έξω από τα σπίτια σας είστε αδιάφοροι.Πότε τα ποτίζετε? Πότε τα καλλωπίζετε? Πότε τα καθαρίσατε από τα καυσαέρια της πόλης? Πότε τα ραντίσατε για να τα έχετε υγιή? Πετάτε τα σπίρτα σας και τ΄αναμμένα σας τσιγάρα, ξεχνάτε τις φωτιές σας φεύγοντας από την εκδρομή σας.Μας καίτε και μας αφανίζετε.Μας καίτε στα τζάκια σας!Μας στολίζετε τα Χριστούγεννα στα σπίτια σας.Δεν αναρωτηθήκατε όμως, πώς εμείς θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε?Σπείρατε ποτέ κάποιο κλαδί,να το περιποιηθείτε,να το φροντίσετε?Να το δείτε να πετάει το πρώτο του φύλλο?
Όταν βλέπετε εκείνες τις μαύρες καπνισμένες εκτάσεις μετά τις πυρκαγιές,κάνατε κάτι για να γίνουν πράσινες και ζωντανές ξανά?
Κι εσύ κυρ-Παντελή μόνο να κόβεις ξέρεις.Κόβεις ό,τι βρεθεί μπροστά σου.Πρέπει δεν πρέπει.Χωρίς τύψεις,χωρίς οίκτο....
Ετρεμε τώρα το ξωτικό σαν σπασμένη χορδή κιθάρας.Φούσκωνε και ξεφούσκωνε σαν τρύπιο μπαλόνι.Ξανάβαλε τα κλάματα και ύψωσε την τσιριχτή του φωνούλα.
_Φεύγω.φεύγω είπε.Πάω να βρώ ενα νιοφύτευτο δενδράκι για να ξαναγίνω ευτυχισμένος.
Λυπόσουν να το βλέπεις αυτό το κουρελιασμένο γδαρμένο ανθρωπάκι.
Το λυπήθηκε κι ο κυρ-Παντελής.Αρχισε να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει κι αυτός απο στεναχώρια.Ηθελε να αποκριθεί αλλά πνιγόταν η φωνή του και δεν έβγαινε.Ο αέρας δεν του έφτανε και άρχισαν να δακρύζουν τα μάτια του.Χίλια κομμάτια έγινε η καρδιά του μπροστά στα όσα ξεστόμιζε το ανθρωπάκι.
-Μα...μα εγώ,δεν μπόρεσε να συνεχίσει.Εμεινε άλαλος καθώς το ξωτικό άρχισε νά αλλάζει χρώματα και μορφή μουρμουρίζοντας ακατάληπτους λαρυγγόφωνους ήχους γεμάτους παράπονο και πίκρα.
Εσκασε σαν χιλιόχρωμο μπαλόνι την ώρα που ξύπνησε ο ξυλοκόπος πλάι στο φρεσκοκομμένο πεύκο μούσκεμα στον ιδρώτα.
-Μπα σε καλό μου-είπε-όνειρο ήταν!Αλλά τι όνειρο...
Φόρτωσε στο κάρο τα ξύλα τουκαι πήρε τον δρόμο για το σπίτι.
Σουρούπωνε σαν πέρασε την εμπασιά του αυλόγυρου.
Στο τρεμούλιασμα της τελευταίας ηλιαχτίδας νόμισε πως είδε ένα κουρελιασμένο ανθρωπάκι να τρέχει πέρα δώθε κάτω απο τα πόδια του αλόγου.
Εκλαιγε πάλι και φαινόταν να ψάχνει κάτι με αγωνία.
Γέλασε και μίλησε δυνατά ο κυρ-Παντελής:Γέρασα-είπε-και ξύπνιος βλέπω όνειρα!
Κοίταξε γύρω του την άχαρη αυλή.Κοίταξε για άλλη μια φορά το φορτίο μα τα κομμένα νεαρά δέντρα.Του φάνηκε πως τα άκουσε να τρίζουν και να βογγάνε σαν το ξωτικό του ονείρου.Ανατρίχιασε ο σκληρός άνθρωπος.Αυτός που όλη του την ζωή έκοβε και κατέστρεφε τα δέντρα αναταράχτηκε.
"Αιντε-είπε-έχει και ξερά έχει και άρρωστα και πεσμένα δέντρα στο δάσος.Καιρός να το καθαρίσω κιόλας να πάρει μια ανάσα και ας έχω λιγότερο κέρδος".
Μπαίνοντας στην αυλή κοίταξε τον φράχτη.Εξυσε το αυτί του και μουρμούρισε:"άχαρος αυτός ο φράχτης.Μόνο καρφωμένα σκεβρωμένα παλιόξυλα.Αειντε κι απο αύριο θα του σπείρω αγριοκερασιές.να φουντώσουν και να κοκκινίσουν τα πετροκέρασα το καλοκαίρι.Να βρεί και ο φίλος του ονείρου μου καταφύγιο!"
Ξέζεψε το άλογο στον σταύλο και τράβηξε χαρούμενος για το σπίτι.Χαμένος στα κερασένια όνειρα του δεν είδε την λάμψη στην άκρη του φράχτη.
Ενα ανθρωπάκι(ισαμε την παλάμη του)έραβε τα ρούχα του μουρμουρίζοντας και τραγουδώντας όλο χαρά σε μια άγνωστη γλώσσα.Ετοιμαζόταν για το καινούριο του σπίτι.
Τώρα θα διάλεγε μια απο τις αγριοκερασιές που θα έσπερνε ο κύρ-Παντελής!


>>Το παραμύθι της Μαρίκας το θυμήθηκα το 1992 όταν μετά τις γιορτές η δασκάλα της Μαρίας έθεσε θέμα έκθεσης"τι θα έλεγε ένα δέντρο σ'αυτούς που το καταστρέφουν".
Δεν ήταν ακριβώς έτσι το παραμύθι.Το δουλέψαμε με υπομονή και φαντασία.Αγάπη και ένταση μέχρι να κάνουμε τις αλλαγές.Αλλάξαμε τον μαγεμένο πρίγκηπα σε κυρ-Παντελή και την κακιά μάγισσα με το ξωτικό του Δάσους.Η μαγεμένη βασιλοπούλα γεννήθηκε μέσα στις πετροκερασιές.
Δεν την αναφέραμε.Νομίζω πως αυτά αρκούν.Είναι πιο "κοντά"με τον δικό μας σκληρό κόσμο!<<
Τώρα στο τέλος του 2007 λογυρνάει απο το καλοκαίρι στην θύμηση μου λόγω καταστροφής του δάσους.
Λόγω Χριστουγέννων έγινε πιο έντονη η ανάγκη να το βγάλω παραέξω....
Καλή μας χρονιά!

(από τα τετράδια μου:"τα παραμύθια της Μαρίκας"

Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2007

Το χριστουγεννιάτικο δώρο μου!

Στον Αη-Βασίλη πίστευα πάντα ακόμα κι όταν μεγάλωσα.Ισως ακόμα και τώρα να πιστεύω...

Η Μαρίκα φταίει γι αυτό,που μου έλεγε:μπαίνει απο τις καμινάδες και τα"αραλίκια"των πορτοπαράθυρων και ρωτάει την καρδιά του κάθε παιδιού,τι καλή και τι κακή πράξη έκανε.Και ανάλογα με την καλοσύνη και την αγάπη που έδωσε του δίνει τα δώρα του.
-Μα,γιαγιάκα-ρωτούσα-αν δεν είναι καλό το παιδάκι δεν παίρνει δώρα?(τις αταξίες που τηςς έκανα σκεφτόμουν και βούλιαζα σε απόγνωση πως δεν θα πάρω δώρο)
Χαμογελούσε και έλεγε:Παίρνει,πάντα παίρνει δώρο αρκεί να του υποσχεθεί πως θα γίνει καλύτερο του χρόνου.
Με ανακουφισμένη καρδιά την αγκάλιαζα και μετανοούσα για τα προβλήματα που της δημιουργούσα.

-Τα χρόνια πέρασαν...
Η Μαρίκα έφυγε...
Ο Αη-Βασίλης ένα παιδί μου έριξε απο την καμινάδα,κατά λάθος μάλλον...
Εναν σύζυγο-πατέρα απο τα"αραλίκια"των πορτοπαράθυρων που αυτομόλησε στην χώρα της λήθης ....οταν εγώ ανακάλυψα πως πρέπει να ανήκω στην οικογένεια των ταράνδων.
Και 20 χρόνια σκληρής δουλειάς ...μοναξιάς και αυτογνωσίας.
Καθε Δεκέμβρη του έγραφα γράμματα του Βασίλη γεμάτα με πίκρες και καθημερινούς καυμούς.Τα έκαιγα ξημερώνοντας πρωτοχρονιά και πάντα αναρωτιόμουν αν ήμουνα το κακό παιδί,και όλα αυτά τα χρόνια μου στέρησε τα δώρα που προσδοκούσα και ήθελα.

Εκανα ανακωχή μαζί του και συγχρόνως με το"κακό παιδί του εαυτού μου"τελικά,λίγα χρόνια πριν το σωτήριο έτος 2007 μετά απο πολλά ερωτηματικά και αμφιβολίες....
Το"παιδί που έπεσε απο την καμινάδα"έζεψε τους δικούς του ταράνδους,τον Prancer,Dancer,Comet και τους αποδέλοιπους και σιγά σιγά φεύγει για τους δρόμους που χαράζει η δική της αναζήτηση,στις θάλασσας των οστράκων και των ποιητών.....και στην τελική κοινή πορεία με τον Β.

Κι εγώ μέσα από τη επερχόμενη σύγχυση της προσδοκώμενης αμετάκλητης αλλαγής της ζωής μου,έστησα μια ονειρική κουβέντα με τον Βασίλη και του είπα:Ακου να δείς Αγιε,θέλω ενα ακόμα παιδί,Με αδίκησες.Μόνο ένα έρριξες απο την καμινάδα.
_Χο-Χο_χο απάντησε.Είσαι χαζή,μου είπε.
Κοίτα τριγύρω σου τυφλή και άμυαλη.Ξέρεις πόσα παιδιά ζουν στις"καμινάδες"?
-Πάμε Vixen να της δείξουμε....
Ο τάρανδος όρμησε στην κρύα χιονοσκέπαστη νύχτα σέρνοντας το έλκηθρο μαζί με τους συντρόφους του.Ο Βασίλης πετούσε χρυσή αστρόσκονη,παιγνίδια και ακατάληπτα τραγουδάκια.
Ωσπου το χιόνι σταμάτησε και μια ομιχλώδη υγρασία απλώθηκε πάνω απο τις κορφές των δέντρων μιας πράσινης υγρής χωρας.
-Κοίτα,κοίτα ανόητο πλάσμα-μου είπε- πόσα χεράκια θα βγουν ψάχνοντας για δώρα,οχι απο τις καμιναδες αλλα απο τα τσίγγινα σπίτια.
-Δεν τα καταφέρνω μόνος μου εδώ,θέλω πολλούς βοηθούς.Τα ξωτικά και οι νεράιδες μου λιγόστεψαν και πεθαίνουν απο τότε που σταματήσατε να τα πιστεύετε εσείς οι πολύξεροι άνθρωποι.Τώρα πρέπει να συνεχίσετε εσείς το έργο τους.Ισως και το δικό μου....γέρασα πια

Δυο χεράκια ξεχώρισα μέσα στην θαμπή ανατολή,δυο μάτια σαν της παγιδευμένης ελαφίνας,ενα τιτίβισμα μιας φωνούλας ιδια με των κορυδαλλών το τραγούδι καθώς καλωσορίζουν την αρχέγονη ανατολή του φωτοδότη Ηλιου.
-Το θέλω αυτό παιδάκι Αγιε μου Βασίλη,να ξαναγίνω μανούλα θέλω,είπα
-Χο-χο-χο.Θα σου πω πως θα γίνει,παμε να φύγουμε τώρα....

Μέχρι να με φέρει απο την Καμπότζη στην Ελλάδα με κάθισε σιμά του και μου ψιθύρισε όλα τα μυστικά.

Στις αρχές του Δεκέμβρη ο Αη-Βασίλης μου έστειλε το φετινό δώρο μου.Η Phary,εκει στην μακρινή Καμπότζη με τίμησε με το να με κάνει ανάδοχη μητέρα της.



Ευχαριστώ τους λίγους και εκλεκτούς φίλους μου μπλόγγερς που με προέτρεψαν να μην το κρατήσω κρυφό.
Τους το χαρίζω με την αγάπη μου,αλλά και σε όλους τους άλλους που θέλουν να γίνουν τα ξωτικά-βοηθοί του Βασιλάκη.

Ο αη-Βασίλης πάντα θα ζει...
Μέσα στις ανθρώπινες καρδιές,

Να σας πω τι μου ψιθύρισε ο Βασιλάκης στo αυτί?

ACTION AID

-Πόσο θέλει το όνειρο να γίνει πραγματικότητα για ένα παιδί?
-22Ε τον μήνα!

Εύχομαι σε όλους καλά Χριστούγεννα!
Είθε η αγάπη να είναι ο οδηγός μας.

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2007

17 του μήνα Νοέμβρη....

...ποιά χρονολογία άραγε???

Ο Νικόλας είχε αρραβωνιαστεί την Αννα μέσα στην ταραγμένη εποχή του εμφυλίου.Αγαπούσε με πάθος ο ένας τον άλλον με όλη την δύναμη του έρωτα που προσδιορίζει η νιότη.
Εκείνος έκανε τις επαναστάσεις του και διάλεξε την μεριά των χαμένων.Εκείνη καρτερούσε τις καλύτερες μέρες....που ποτέ δεν ήρθαν.
Ο Νικόλας δεν έφυγε στην Τασκένδη με τα συντρόφια του.Τον έκλεισαν στο Γεντί-κουλέ,ως ύποπτο για την απόπειρα δολοφονίας του αντιβασιλέα Δαμασκηνού κι η Αννα πότιζε με δάκρυα τα προικιά που κεντούσε τα βράδια κάνοντας ευχές και προσευχές στους αγγέλους.
Μόνη συντροφιά του Νικόλα στην φυλακή ο Ιταλός ο Λουίτζι,ο συγκρατούμενος και η Τασία η αδελφή του που πήγαινε το καθημερινό φαγητό,που το μοιράζονταν οι δύο φυλακισμένοι.

Οταν έγινε η δίκη του ξαναείδε την Αννα μετά απο πολύ καιρό.Τον ικέτευσε να φύγουν στο παραπέτασμα."ΕΛΛΗΝΑΣ ΕΙΜΑΙ" της είπε.Δεν είμαι εγκληματίας για να δραπετεύσω.Στην χώρα μου και στον αγώνα μου θα μείνω μέχρι να πεθάνω.Κι έτσι έγινε...
Με κόκκινη γραβάτα και κόκκινο λουλούδι στο πέτο(που το βρήκε άραγε)πήγε στο δικαστήριο.Το κόμμα ήταν ο μεγάλος απών...(τ'ακούς Δαμανάκη και Παπαρήγα και ο,τι σκατά είστε εσείς που θέλετε την κουτάλα μόνο?)
Τον έβγαλαν υπο επιτήρηση της αστυνομίας με εγγύηση 60000 δραχμές που μαζεύτηκαν απο τους φτωχότερους των φτωχότερων συγγενών και φίλων.Ξαναμπλέχτηκε πάλι με τις ιδέες του και τις εμμονές του για την ισότητα των ανθρώπων,και οι γονείς της Αννας την πάντρεψαν για να ξεφύγει πια απο τον Νικόλα τον ληστή.
Ανταλλάξανε κάποια γράμματα,αλλά ήταν πια αργά και για τους δύο.
Ο Νικόλας ο ληστής πέθανε στα 26 του φτύνοντας και καταπίνοντας το αίμα της φυματίωσης που του χάρισε η πατρίδα-Ελλαδα μέσα στο γεντι-κουλέ.



Κι επειδή"θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία"όπως λέει και ο Ανδρέας Κάλβος,το hasta siempre νομίζω πως πάει καλύτερα για τον θειό μου τον Νικόλα(που ποτέ δεν τον γνώρισα) που ξόδεψε την ζωή και άφησε να τον απαρνηθεί η Αννα για τα πιστεύω του.Κάτι σαν τον Ερνέστο ήταν κι αυτός....Χαμένος.Νόμιζε πως θα φτιάξει εναν καλύτερο κόσμο.

17 του Νοέμβρη κλαίνε οι ψυχές πάντα για την ανθρώπινη καταπίεση,την ανισότητα και την αδικία.....

Hasta siempre

Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2007

Το ροζ φόρεμα

Κάποτε ένα μικρό κορίτσι καθόταν μόνο του στο πάρκο.
Όλοι το προσπερνούσαν και κανείς δεν σταματούσε να δει γιατί έμοιαζε να
είναι τόσο θλιμμένο. Ντυμένο με ένα φθαρμένο ροζ φορεματάκι, ξυπόλυτο
και βρώμικο, το κορίτσι απλά καθόταν εκεί και παρακολουθούσε τους
ανθρώπους που περνούσαν. Ποτέ δεν δοκίμασε να τους μιλήσει. Ποτέ δεν πρόφερε μία λέξη.

Πολλοί άνθρωποι πέρασαν μπροστά της αλλά κανένας δεν σταμάτησε.
Την επόμενη μέρα η περιέργειά μου με οδήγησε πίσω στο πάρκο. Ήθελα να
δω αν το μικρό κορίτσι θα ήταν ακόμα εκεί.
Και ναι, ήταν εκεί, στην ίδια ακριβώς θέση όπου ήταν και την
προηγούμενη μέρα και με το ίδιο λυπημένο βλέμμα.
Σήμερα όμως θα έκανα το βήμα, θα πλησίαζα το μικρό κορίτσι. Εξάλλου
ένα πάρκο γεμάτο κόσμο δεν είναι το κατάλληλο μέρος για να παίζει ένα
μικρό παιδί ολομόναχο.

Καθώς πλησίαζα μπορούσα να δω την πλάτη του κοριτσιού. Είχε ένα
περίεργο σχήμα. Σκέφτηκα ότι αυτός ήταν ίσως ο λόγος, που οι άνθρωποι την
προσπερνούσαν χωρίς να κάνουν καμία προσπάθεια να της μιλήσουν.
Οι παραμορφώσεις δεν είναι καλοδεχούμενες στην κοινωνία μας, και αυτό
οδηγεί στον αποκλεισμό αυτών που είναι διαφορετικοί.
Καθώς πλησίασα, το μικρό κορίτσι χαμήλωσε ελαφρά τα μάτια για να
αποφύγει tο εξεταστικό βλέμμα μου. Μπορούσα τώρα να διακρίνω πιο καθαρά το
σχήμα της πλάτης της. Είχε κάτι περίεργο, που έμοιαζε σαν μια παράξενη
καμπούρα. Της χαμογέλασα για να της δείξω ότι όλα ήταν εντάξει. Ήμουν εκεί για να
την βοηθήσω, για να μιλήσουμε.

Έκατσα κάτω δίπλα της και την χαιρέτησα με ένα 'γειά'. Το μικρό
κορίτσι έδειξε να ξαφνιάζεται και αφού με κοίταξε έντονα στα μάτια για λίγο
απάντησε 'γειά'. Της χαμογέλασα και μου χαμογέλασε κι αυτή ντροπαλά.
Αρχίσαμε να μιλάμε και συνεχίσαμε μέχρι που σουρούπωσε και το πάρκο
άδειασε από κόσμο.
Την ρώτησα γιατί ήταν τόσο θλιμμένη.
Το μικρό κορίτσι με κοίταξε με το λυπημένο μουτράκι του και απάντησε
"γιατί είμαι διαφορετική".
"Αυτό είναι αλήθεια" είπα εγώ χαμογελώντας.
"Το ξέρω" είπε το μικρό κορίτσι και φάνηκε να μελαγχολεί περισσότερο.
"Μικρή μου" της είπα, "μου θυμίζεις έναν γλυκό και αθώο άγγελο".
Με κοίταξε και χαμογέλασε, μετά σηκώθηκε αργά και είπε "αλήθεια το λές?"
"Ναι, είσαι σαν ένας μικρός φύλακας άγγελος που στάλθηκε να φυλάει
τους ανθρώπους που περνούν".

Εκανε με το κεφάλι της ένα καταφατικό νεύμα και χαμογέλασε πάλι.
Καθώς έκανε αυτό, άνοιξε την πλάτη του ροζ της φορέματος και από μέσα
βγήκαν και απλώθηκαν δύο λευκά φτερά, "ναι είπε, αυτό είμαι, είμαι ο
δικός σου φύλακας άγγελος".
Έμεινα άφωνος, σίγουρος πως όλα αυτά ήταν παιγνίδια της φαντασίας μου.
Τότε το κορίτσι είπε "Για μία φορά σκέφτηκες κάποιον άλλο εκτός από
τον εαυτό σου. Η αποστολή μου εδώ ολοκληρώθηκε".

Σηκώθηκα τότε όρθιος και είπα " Περίμενε, γιατί κανείς δεν σταμάτησε
να βοηθήσει έναν άγγελο;"
Με κοίταξε, χαμογέλασε και είπε "Είσαι ο μόνος που μπορούσε να με δει" και
μετά εξαφανίστηκε.

Και μ' αυτό η ζωή μου άλλαξε ριζικά.

Έτσι, όταν νομίζεις ότι δεν έχεις κανένα, να θυμάσαι ότι ο άγγελος σου
είναι κοντά σου και σε προσέχει.

Όπως λέει και η ιστορία, όλοι χρειαζόμαστε κάποιον .....

Και ο καθένας από τους φίλους σου είναι ένας άγγελος με τον δικό του
τρόπο....


σ.σ. Ευχαριστώ τη φίλη μου Σία που μου έστειλε αυτό το μήνυμα. Με συγκίνηση το αφιερώνω σε όλους μας, όπως και το παρακάτω τραγούδι! Μαριαλένα

Get this widget | Track details | eSnips Social DNA

Toni Braxton - How could an angel break my heart

Πέμπτη, Ιουλίου 05, 2007

Μια νυχτα με πανσεληνο ο Ιουλης μυρισε θανατο...

Ξαπλωσα διπλα στο μισοσβησμενο αποτσιγαρο και μυρισα το αρωμα απο το κραγιον.
Μμμμμμ!!!!σαν γιασεμί μυριζε..

Δεν ειχα ορεξη για παιγνιδια σημερα.
Η μανα μου κοιμοταν μεσα στα κοκκινα πεπλα της μετα την χθεσινη της κοπιαστικη δουλεια.
Με κοιταξε με το επιτιμητικο της υφος οταν επεστρεψε και ειπε:Την επομενη φορα ετοιμασου να ερθεις μαζι μου.Μεγαλωσες πια....θελω την βοηθεια σου
Εστρεψα το βλεμμα μου στον ουρανο γεματη απογνωση.
Μια απαντηση ηθελα .Που θα πηγαινα?Τι επρεπε να κανω?

Μπαμπάκααααα....φωναξα.
Ο πατερας μου ο Κεραυνος εκρυψε τα ηλεκτρικα του φορτία,αγκαλιασε τις αδελφες-θείτσες -μου,την Αστραπη και την Βροντη και ηρθε να με παρει στα γονατα του και να ρωτησει
-Τι σε αποσχολει σπλαχγνο μου και με κραζεις να κατεβω απο τα ουρανια δωματα μου?
-Η μητερα,η μητερα θελει να με παρει μαζι της στα ταξειδια...
--Ακου καρδια μου και μη χολοσκας,οι νομοι τεθηκαν πριν απο αιωνες.Πρεπει να τους μαθεις και να τους ακολουθησεις πριν πας μαζι της στα ταξειδια.

>Οταν οι Θεοι εθεσαν σε περιορισμο την Μανα σου την Φωτια,βρεθηκε καποιος που προτιμησε να αιμορραγει μεχρι θανατου δεμενος σε αλυσιδες,και ενω του ετρωγε τα σπλαχνα ενα αρπακτικο πτηνο,εκεινος επλαθε ονειρα για αυτο το τόσο διαφορετικο είδος που λεγεται"ΑΝΘΡΩΠΟΣ"<

-Μπαμπάκα αυτη η μυρωδια στις πευκοβελονες που με κανουν να θελω να παιξω με τα χρωματα και την σταχτη ανθρωπινη ειναι?
-Ναι καρδουλα μου,ανθρωπινη και μοναδικη....Υπεροχη και απανθρωπη..
-Δεν θελω ομως να καψω τα αποτσιγαρα με το κραγιον που μυριζουν τοσο ομορφα...
Ουτε ολα αυτα που αφηνουν οταν φευγουν τα ανθρωπινα οντα.Σερνομαι πισω τους και τους αναζητω..Περιμενω να σκεπασω με σταχτη τα αποκαιδια τους για να μην τα βρει η Μητερα.
Τ'αγαπαω αυτα τα οντα με τα ομορφα ματια και τα λαμπερα μαλλια...
-Μαθε να ξεχωριζεις γλυκεια μου Σπιθα.
Αυτα τα οντα που εσυ βρισκεις υπεροχα εχασαν τον προσανατολισμο και την θεικη καταγωγη τους.Ουτε εκεινον που τους εδωσε την μανα σου την Φωτια,σαν δωρο θυμουνται πια...Την καταντησαν μια φονισσα,μισητή και αποκρουστικη.Την σερνουν με μια πυρινη αλυσιδα και την εκαναν ενα αδηφαγο τερας που υπαρχει πια μονο μεσα απο την καταστροφη.Ετσι την καταντησαν να εχει υποσταση και ζωη.Κι αυτη αποξεχαστηκε μεσα στην καταστροφη που της επεβαλαν σαν σκοπο υπαρξης.
Θα καταλαβεις σιγα σιγα....
Αυτα τα οντα μας ορίζουν πλεον!
Γιναμε το παιγνιδι τους,αδυναμοι να αντιδρασουμε,αλοιμονο...

.....Μπαμπακα,μπαμπακαααααααααααααα
Δεν θελω να ξαναπαω στα ταξειδια με την Μητερα...
-Γιατι καρδουλα μου ?τι σε πικραινει?
-Ειναι κι αλλα οντα μπαμπούλη μου.Τα αγκαλιαζω και ξετυλιγω το κοκκινο φουστανι που μου χαρισε η Μητερα για το πρωτο ταξειδι μαζι της,κι ενω εγω χορευω μπροστα τους για να με θαυμασουν μεσα απο την ομορφια μου εκεινα κλαινε και κλεινουν τα ομορφα ματια τους και σωπαινουν...σωπαινουν..
Καμμια λεξη,,,μονο μια ταραχη και μια αγωνια μεσα απο εκεινο το μονοπατι που εμαθα πια που οδηγει.Η ανυπαρξεια,ο θανατος και η αδικη απωλεια της υπαρξης τους ειναι μπαμπακα μου...Και φταιω εγω.....
Με ποναει,ποναει μπαμπούλι μου....
Η Σπιθα θελει να αναπαυθει πια πατερα μου.
Θελω να κοιμηθω κατω απο τα πλατανια στις νεροσυρμες.
Θελω να ξεντυθω τα πορφυρα μου ρουχα.
Θελω να ξεπλυνω τον πονο της υπερτατης αγωνιας που ειδα στα υγρα ματια εκεινων των όντων που εσβησε το βλεμμα τους μεσα στην φλεγομενη αγκαλια μου.
Θελω να φυγω πια......
Με κουρασε η αγωνια και η καταστροφη που δινω....
Κανενας δεν με αγαπαει μπαμπακα μου...
Αλλάουτε εγω αγαπαω πια εμενα...

Ο Κεραυνος σκουπισε ενα κρυφο δακρυ.
Εδιωξε τις αδελφες του απο τα δωματα και καλεσε την Μητερα-Φωτια.
Δεν ειπωθηκε λεξη.....
Οταν η Σπιθα αντικρυσε την φλεγομενη Μητερα ενα "γιατι"ζωγραφιστηκε στα πυρινα μάρμαρα της θεεικης κατοικιας ....
Εκεινη,η Υπεροχη χρυσοκοκκινη θεα δεν απαντησε με λογια..
Σηκωσε το πορφυρο δαχτυλο της και σημαδεψε το γρανιτενιο πατωμα με ανεξιτηλα γραμματα που γραφτηκαν μεσα απο την αγωνια και την αναζητηση της υπαρξης τους
Αιμα και φωτια χαραξε τις λεξεις της Μητερας.

"Ειμαστε δεσμιοι αυτων των υπεροχων και συναμα ελεεινων υπαρξεων."
ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ!

Η Μητερα σηκωθηκε να φυγει.Απλωσε το χερι της για να σβησει τα γραφομενα αλλά η Σπιθα δεν την αφησε να το κανει.Κοιταξε τον Κεραυνο και μιλησαν με την γλωσσα της καρδιας.Εκεινος κατεβασε το κεφαλι και εδωσε την συγκαταθεση του.
Και τοτε η Σπιθα που η μοιρα πια της ειχε ορισει να γινει το υποχειριο των οντων που τοσο αγαπουσε,ξεντυθηκε το φλεγομενο πορφυρο της ρουχο,αγκαλιασε την Μητερα και ορκο της εθεσε,γυμνη και ανυπερασπιστη,μεσα στην αγκαλια της Φονισας Μανας της.
"Οταν θα βρω ενα απο αυτα τα οντα να μας αντισταθει θα σε παρω να φυγουμε μαζι στην χωρα του"ποτέ"Εκει απο οπου ηρθαμε.Εκει οπου ανηκουμε.

Η Μητερα την αγκαλιασε και κοιταξε τον Κεραυνο.
-Μαζι θα ειμαστε παντα,αγαπημενες μου....
-Μαζι Μητερα
-Μαζι καλη μου και φιλοπονη Σπιθα.
Πρεπει να βρουμε τους ανθρωπους που θα μας διωξουν πια στην χωρα του"ποτέ ποτέ"

ΓΙΑΤΙ ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΕΦΥΓΑΝ?

Σάββατο, Μαρτίου 24, 2007

Σαν σε όνειρο...

Η νύστα την έκανε να θέλει να πάει να ξεκουραστεί στο κρεββάτι της. Όλη την ημέρα στο πόδι, αργά το βράδυ ένιωθε την κούραση να την κατακλίζει. Ανόρεκτα κατευθύνθηκε προς τη κρεββατοκάμαρή της, έβγαλε τα ρούχα της, έβαλε ένα ζευγάρι ζεστές πυτζάμες και ξάπλωσε στα κρύα σκεπάσματα. Τεντώθηκε, ένιωσε τα πόδια της βαριά από την ορθοστασία. Ένας αναστεναγμός βγήκε από το στόμα της ξέπνοα και σκεπάστηκε ως επάνω το κεφάλι της με το σεντόνι. Έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε στο σκοτάδι χωρίς να το καταλάβει πως.

Μέχρι να αποκοιμηθεί είχε τη συνήθεια να στριφογυρνά δεξιά κι αριστερά, μέσα στον ύπνο της άλλωτε το καταλάβαινε πότε το έκανε και άλλωτε όχι. Τα πρωϊνά γελούσε με τα ανακατεμένα στρωσίδια του κρεββατιού της, "σαν αρνί στη σούβλα" γυρνάω, έλεγε μόνη της.

Έχασε την επαφή με τον κόσμο γύρω της και βυθίστηκε στα μονοπάτια του ύπνου όπως κάθε νύχτα. Τα όνειρα δεν της έμεναν πάντα χαραγμένα στη μνήμη της καθώς ξυπνούσε. Σαν σύννεφα έρχονταν και έφευγαν και κάποια ξανάρχονταν σαν τα προσεχώς στο σινεμά. Απόψε, όσο η λογική της κείτονταν παραδωμένη στο υποσυνείδητο, οι αντιστάσεις της χαλάρωσαν. Γλυστρούσε σταδιακά σε ένα όνειρο όπου η πραγματικότητα δεν είχε καμμία σημασία. Είδε ξανά εκείνον στο όνειρό της και ξάφνου ζωντάνεψε εμπρός της σαν σε εικονική πραγματικότητα. Ένιωσε τη λαχτάρα να τον αγγίξει να την πλημμυρίζει, τον φαντάστηκε να βρίσκεται δίπλα της και εκείνη να απλώνει το χέρι και να τον αγγίζει. Ναι, να τον αγγίζει ξανά, τι θεσπέσιο συναίσθημα! Να χαρτογραφεί κάθε ίντσα του κορμιού του με τη παλάμη της, όπως της άρεσε να κάνει κάποτε και τα δάκτυλά της να αναγνωρίζουν σημάδια γνώριμα πάνω του.

Αναστέναξε με ευχαρίστηση, ήταν και πάλι δικός της. Έγειρε στο πλάι του και τον φίλησε, ξανά και ξανά, αργά και ηδονικά, παντού στο πρόσωπό του. "Αγάπη μου, γύρισες!" του αποκρίθηκε, έστω και αν εκείνος στο όνειρο έστεκε βουβός, μα ζωντανός στη φαντασία της.

"Αγάπη μου..." του είπε ξανά ψιθυριστά, ελπίζοντας πως ο έρωτάς του να την συγκλονίσει για μια ακόμα φορά. "Μίλησέ μου, μ' ακούς?" του έλεγε τώρα πια με αγωνία καθώς το όνειρο μεταβαλόταν σε εφιάλτη. "Αγάπη μου" είπε για μια ακόμη φορά απελπισμένα προσπαθώντας να τον κρατήσει σφιχτά στην αγκαλιά της και να μην τον χάσει μέσα από τη γλυκιά αίσθηση του πόθου που την είχε κυριεύσει.



Καιγόταν από την επιθυμία να τον κάνει να ζωντανέψει, να τον γευτεί, να μυρίσει τη μυρωδιά των μαλλιών του, τη γλύκα του φιλιού του, να σκουπίσει τον ιδρώτα από το μέτωπό του όταν κατάκοπος έγερνε στο στήθος της μετά την κορύφωση στον έρωτα. Θεέ μου, άνθρωπος ήταν κι αυτή, πόσο μπορούσε να αντέξει χωρίς τη παρουσία του στη ζωή της? Έκανε να τον κρατήσει ακόμα πιο σφιχτά και ένιωθε τα χέρια της να γίνονται φράχτες για να τον κρατήσει δίπλα της, εκεί στο κρεββάτι μέσα στο όνειρο.

Και τότε, εκείνος χάθηκε σαν το φύσημα του ανέμου από κοντά της, μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή. Έμειναν τα χέρια της να σφιχταγγαλιάζουν το κορμί της αυτή τη φορά, ενώ το όνειρο έδωσε τη θέση του στο άγουρο φως καθώς ξημέρωνε πια. Κρύωνε, καθώς τα σκεπάσματα είχαν φύγει από το μέρος της. Ανασηκώθηκε και σκεπάστηκε, προσπαθώντας να την πάρει ξανά ο ύπνος. Δεν είπε τίποτα, μα ήλπιζε πως και στο επόμενο όνειρο, θα ήταν εκείνος παρών και πως επιτέλους θα ζωντάνευε για να την κάνει, όπως κάποτε, ευτυχισμένη. Όχι όπως τώρα σε όνειρο, μα στη πραγματικότητα...

(c) Marialena, 24/03/2007

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2007

Ανώνυμες εμπνεύσεις!

5 λεξεις δικες μας...

Μ'αφησε κι εφυγε μαζι με τις ηλιαχτιδες ενα χειμωνιατικο απομεσημερο, μια ηλιαχτιδα κι αυτη...
Κουνησε το χερι της σ'ενα στερνο αντιο κι εκρυψε με τα ακροδαχτυλα της τα λαμπερα της γαλαζια ματια για ν'αποφυγει την αντηλια,ή ισως και καποια δακρυα...Δακρυα χαρας η λυπης?ακομα αναρωτιεμαι...
Η ΜΟΡΦΗ της με κυνηγαει ακομα....
Εγινε η μουσα μου,η ριμα στις λεξεις που με στοιχειωνουν,γραφω γι'αυτην γραφω για μενα,γινεται το ποιητικο αιτιο,το αντικειμενο το ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ κι εγω το ρημα που της δινει υποσταση και εικονα!
Βραδυα αξημερωτα χωρις σταματημο της γραφω με το τρεμαμενο χερι μου...λογια που επρεπε να της πω,λεξεις ανειπωτες που εχασαν τον προορισμο τουςΓιατι?γιατι την αφησα να φυγει?σφιγγω τα δοντια και προσπαθω να χαλαρωσω την ΑΛΥΣΙΔΑ που δενει τον ποθο και το παθος της ψυχης μου.
Κλαιω με τις λεξεις που απευθυνονται σ'αυτην!Κλαιω τωρα πια γιατι την αφησα να φυγει!!Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ του εγωισμου μου ηταν?η η επικρατηση του ανωριμου μυαλου μου?η εγω φταιω που ακομα ζω και υπαρχω ως κυμβαλον αλλαλαζων...
Πρεπει να την βρω ξανα....πρεπει να την ψαξω ..Πρεπει να ειμαι μαζι της..θελω να να ειναι διπλα μου,θελω να αναπνεω το γελιο της,θελω ν'ακουμπαω το τρυφερο της χερι...Την θελω,την εχω αναγκη ,ειναι το αλλο μου μισο......
ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΟΜΑΙ,τους ατσαλους χτυπους της καρδιας μου και θυμαμαι,θυμαμαι και την θυμαμαι!!!!!!
Θεε μου ποσο την αγαπαω..........


σ.σ. Αυτό το κείμενο έλαβα χθες Παρασκευή από ανώνυμο, που με αυτόν τον τρόπο πήρε από εμένα τις λέξεις που βλέπετε με κεφαλαία και έφτιαξε τη δική του ιστορία.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 20, 2007

Μια πεταλούδα, ένα λουλούδι, δύο σκέψεις!



Στραφτάλιαζαν οι δροσοσταλίδες πάνω στο σκούρο φόρεμά της εκείνη την Άνοιξη. Πετάριζε η ψυχή της έτοιμη να ανοίξει για να γευτεί τον πρωινό ανοιξιάτικο ήλιο. Και όταν εκείνος την πύρωσε με το χρυσαφένιο του φως, ξεδίπλωσε τις πτυχές από το ατλαζένιο ρούχο της και τύλιξε με τα μωβ λιλά χρώματά του, το πράσινό της κρεββάτι.

Άφησε το άρωμά της να πλανηθεί μέσα στους οκτώ ανέμους και σήκωσε τα άπειρα κίτρινα χείλη της προς τον ουρανό ψάχνοντας "εκείνο" που θα μοιραζόταν μαζί του τη συμπαντική αρμονία μέσα στην οποία αυτή επέπλεε.

Και ο γητευτής ήλθε... αργοπετώντας με τα πλουμιστά του χρώματα να λάμπουν στην αχλή του πρωινού. Κάθησε σιμά της, τη σκέπασε με τα φτερα του και μουρμουρίζοντας λόγια αγάπης, γεύτηκε όλα τα κίτρινα χείλη.

Και έπειτα έφυγε...

Και εκείνη άρχισε σιγά σιγά να ξεθωριάζει, αφού δεν είχε πια λόγο για να ζήσει.

Τη ζωή της του την είχε χαρίσει.

(c) Παναγιώτα, 20/2/2007

===========================================================

Άνοιξε τα φτερά της στον άνεμο κόντρα. Ο ήλιος στο δείλι άφηνε τις τελευταίες του πινελιές για την ημέρα πέρα, στο μακρυνό ορίζοντα. Και εκείνη, σήκωσε εκείνα τα αιθέρια φτερά και πέταξε για να βρει το μικρό της λουλούδι να κουρνιάσει. Και πέταξε μακριά σε θάλασσες και βουνά, σε κάμπους και λειβάδια για να το βρει, αυτό το μοναδικό της λουλούδι που πάντα αναζητούσε. Και πέταγε ψηλά, μέσα στους αιθέρες, για να φτάσει στο πολυπόθητο λουλούδι, μια μικροκαμωμένη μωβ πασχαλιά, που το χε κάποτε συναντήσει στα βάθη της Ανατολής σε κάποιο της ταξίδι.

Και πέταγε και πέταγε ώσπου αντίκρυσε τον μονάκριβό της ανθό, κρυμμένο στα βάθη του τροπικού δάσους. Κατέβηκε χαρούμενη και έκατσε πάνω του με αγαλλίαση. Δεν ήξερε πόσες μέρες και νύχτες ταξίδευε για να βρει αυτό που αναζητούσε, μα το βρήκε και αυτό είχε σημασία.

Το βράδυ αποκοιμήθηκε πάνω στα μυρωδάτα πέταλα του άνθους, βγάζοντας έναν αναστεναγμό και κλείνοντας τα φτεράκια της απαλά για να αναπαυτεί. Το πρωινό δεν άργησε να ρθει και σύντομα ξημέρωσε, με την Πλάση να φωτίζεται με τα χρώματα της καινούργιας μέρας. Η πεταλούδα έμεινε ασάλευτη πάνω στο ποθητό της λουλούδι και δεν ξύπνησε ποτέ ξανά. Ο κύκλος της σύντομής ζωής της είχε κλείσει λίγο μετά που αναπαύτηκε αγκαλιά με αυτό που αναζητούσε.

(c) Μαριαλένα, 20/2/2007

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14, 2007

1977 ..Φλεβαρης..

...φευγοντας απο την padova κεινο το μεσημερι, εφτασα στο menstre χαρη στον roberto και τα χρηματα που μου δανεισε η σινιορα Μαργαριτα -η μανα του-για να παρω το τραινο για την πατριδα. Οι απεργειες λυμαινονταν την χωρα τοτε.Δυσκολοι καιροι για τα φοιτητακια.
voglio stare qui con noi:ειπε
devo andare:ειπα....
Το τραινο ηταν ετοιμο να φυγει οταν αφησε τα χερια μου και εβγαλε δυο τριανταφυλλα απο την εσωτερικη τσεπη του παλτω του.Στο διπλανο καθισμα τα αφησε και το μονο που ειπε ηταν:Ριξτα στο πρωτο τρεχουμενο νερο που θα δεις οταν θα μπεις στην πατριδα σου.una rosa ritorna di me.L'altra stai con te,come la mia anima.....
Οταν περασα τα συνορα ηταν νυχτα ακομα,Ανοιξα το παραθυρο...εβρεχε...περιμενα ωρα να ακουσω την βουη απο τα νερα του Αξιου(βαρδαρ)Πεταξα τα rosa και κουλουριαστηκα στο καθισμα,μεχρι που ανακαλυψα πως δεν ηταν η βροχη αλλα τα δακρυα που μουσκευαν το προσωπο μου...
....ειδα την Τασια(η μανα μου)να με περιμενει στο παγκακι στο σταθμο.Γυρω στις 5 το πρωι ηταν..
Την αγκαλιασα και ξαναεκλαψα.....πικρα,πολυ πικρα,,,
Ειχε ξημερωσει πια 14 του φλεβαρη....
l'ultima parola che ha cantanto all'mio cuore era......io ti amo, davero...ti amo, si ti amo.....

Il Divo - Notte di Luce